Τρίτη, 28 Φεβρουαρίου 2012

ΘΥΜΑΜΑΙ….ΘΥΜΑΣΑΙ;










ΘΥΜΑΜΑΙ….ΘΥΜΑΣΑΙ; 
Σε μια ξένη πόλη,ούτε δική μου
ούτε δική σου,εκεί σε πρωτοείδα…
…μπορεί και να μ’ήξερες από παλιά
κι απλά με ξαναβρήκες…
κι έβρεχε, χωρίς ομπρέλα…
το θυμάσαι;

Την άλλη κιόλας μέρα 
φτιάξαμε ένα τρένο…
κίτρινο,κόκκινο,μπλέ το βάψαμε…
και ταξιδεύαμε τη γη…
Τις νύχτες ταξιδεύαμε στον ουρανό…
αστέρι και σταθμός….
θυμάσαι;

Βρήκες το πιο μακρινό αστέρι…
κι είπες να το γυαλίσουμε
να του φυτέψουμε μια λεύκα
να μείνουμε για πάντα εκεί….
θυμάσαι;

Όταν σου έδινα ένα πορτοκάλι…
πήγαινε να πεί….ΜΟΝΟ…
μαζί σου ταξιδεύω…
Με πέντε πορτοκάλια κάναμε πορτοκαλάδα….
την πίναμε μισή μισή
θυμάσαι;

Κι έτρεχα κάθε άνοιξη σ’όλη τη γη….
να βρώ το πρώτο πρώτο λουλούδι…
για σένα βέβαια…
Κατέβαινες στα βάθη του ωκεανού εσύ
και μου’φερνες ένα κοχύλι…
θυμάσαι;

Άμα στο ζήταγα γινόσουνα
ποτάμι,λίμνη,θάλασσα,ωκεανός…
Κι όταν το ζήταγες
γινόμουνα κι εγώ…
θυμάσαι;

Μου έστελνες στον ύπνο μου όνειρα…
καλοπλυμένα…καλοχτενισμένα…
και τα δικά σου όνειρα
εγώ τα ετοίμαζα…
θυμάσαι;

Θυμάσαι
τότε που κατέβηκα
στον ύπνο σου
μ’ένα τεράστιο 
ροζ αερόστατο;

Σου χάρισα ένα μύλο
να τον κρατάς γερά
γιατί φοβόσουν τα σκοτάδια…
μου χάρισες έναν ολόιδιο κι εσύ…
Το θυμάσαι ακόμη;

Mια νύχτα χάθηκες 
σ’ ένα μεγάλο δάσος
είχες το μύλο…δε φοβήθηκες
κι έτρεξα και σε βρήκα…
Μου χάρισες ένα χρυσόψαρο 
που μέτραγε ως τα χίλια…
κι ένα τζιτζίκι 
και μια ζίνα
κι ένα πουκάμισο άσπρο…
Τα θυμάσαι;

Kαι σου’μαθα
να ζωγραφίζεις
κάμπους και ποτάμια…
μη πατάς πολύ το μολύβι
σου ’λεγα…
μια αγκαλιά ψυχές το τοπίο
κι οι ψυχές δεν έχουν περίγραμμα…
θυμάσαι;

Και μου ’μαθες 
να φτιάχνω χάρτινα καράβια
και χάρτινα κινέζικα πουλιά…

Μια μέρα είπαμε…
καιρός πια να εφεύρουμε 
τη δική μας γραφή
να μη την ξέρει άλλος…
Τη ζωγραφίσαμε στο πι και φι
κοντά σ’ένα ποτάμι
πάντα ένα ποτάμι…
Τη θυμάσαι ακόμη εκείνη τη γραφή;

Κι εφεύραμε ένα σωρό 
πράγματα από τότε…
τη σαντιγύ
τον ήλιο
τις αυπνίες
την παλίρροια
το σκούρο μπλε…
Τα θυμάσαι όλα;
Ό,τι δε χώραγε στις λέξεις
το κάναμε μικρές μικρές
σημαιούλες πολύχρωμες…
θυμάσαι πως τις ανεμίζαμε;

Το μαγικό δωμάτιο
που άλλαζε σχήμα
ανάλογα με τη στάση
του κορμιού μας 
το θυμάσαι;
Kι ήταν φορές που γινόταν
ολοστρόγγυλο
Θυμάσαι πότε;

Μαζί διαβάζαμε
τα πιο ωραία παραμύθια…
κι όταν μας τέλειωναν
αρχίσαμε να παίζουμε
δικά μας παραμύθια…
Μια φορά κι έναν καιρό
ήτανε δύο
θυμάσαι;
Ήτανε δύο
κι ήτανε σαν ένας…
ένας και πολλοί μαζί…

Χωρίζαμε για λίγο μόνο
γιατί αλλιώς
πως θ’ανταμώναμε ξανά;
και σου ’γραφα κάθε στιγμή
κάτι τεράστια γράμματα…
κι εσύ ακόμη πιο τεράστια
μου ’γραφες…

Μια φορά όμως που άργησες…
πρόλαβε κι ήρθε ένας χειμώνας
που κράτησε όσο πέντε…
κι όταν τέλειωσε
ήρθε πάλι χειμώνας ακόμη πιο βαρύς
και δεν μπορούσες να γυρίσεις…
Έμεινες μακριά
και μου ’γραφες
η πιο μεγάλη απόσταση είναι ο χρόνος…
Μπορεί…
όμως
τα πιο ωραία μας ταξίδια
δεν τα ταξιδέψαμε ακόμη…
ΣΕ ΠΕΡΙΜΕΝΩ
Έλα
Θα μετρήσω ως το δέκα….

Xρήστος Μπουλώτης

Δευτέρα, 27 Φεβρουαρίου 2012

Άρης Μανουράς






Τι αξίζει το μεγαλύτερο θέατρο
μπροστά στην καθημερινή ζωή;
Πέφτουμε από την οροφή του κτιρίου
στο πάτωμα, κομματιασμένοι,
σε δόσεις
που δεν θα ξεπλητωθούν ποτέ.
               (Άρης Μανουράς)


ΑΡΝΗΣΗ

Ποιό τ' όφελος αν γράφουμε
λιγόστιχα ποιήματα.
Τι κι αν η ζωή με δυο λέξεις
ως το μεδούλι σε τρυπά,
ξεσχίζει τις σάρκες και το εγώ σου.
Πρέπει να φύγω
όσο γίνεται
πιο γρήγορα.
Δεν είναι η πλάση τούτη φιλική
μήτε δική μου στο ελάχιστο
και δεκάρα δε δίνω γι' αυτή.
Τα πάντα είν' ένα κλειστό μπουμπούκι
που ποτέ δεν θ΄ανοίξει.
Πρέπει να φύγω
όσο είναι ακόμα δυνατόν.
Οι υποθέσεις καλά πήγαν φέτος
παράπονο κανείς δεν έχει, εκτός,
απ' αυτούς που κατατρέχει η ατυχία.
Μα γι' αυτό κανείς δεν φταίει.
Αλήθεια όλα είναι σοφά φτιαγμένα.
Πρέπει να φύγω
Ίσως τώρα, πριν
τελειώσει το τραγούδι.
Σφίγγει γύρω μου ο κλοιος
μιας ψεύτικης κι ανέλπιστης επιτυχίας
Τυραννισμένης κι αληθινής μαυρίλας
σφίγγει γύρω μου ο κλοιος
Δεν διστάζω.
Μαέστρο, το ραβδί
δεν σου χρειάζεται
Ορχήστρα δεν υπάρχει
Φεύγω.
(Άρης Μανουράς)

Κυριακή, 26 Φεβρουαρίου 2012

26/2/12







-Καλημέρα,είπε ο μικρός πρίγκιπας. 
-Καλημέρα,απάντησε ο σταθμάρχης. 
-Τι δουλειά κάνεις εδώ; ρώτησε ο μικρός πρίγκιπας. 
-Ξεχωρίζω τους ταξιδιώτες,σύμφωνα με τα χιλιόμετρα,είπε ο σταθμάρχης. Στέλνω τα τραίνα που τους μεταφέρουν πότε προς τα δεξιά και πότε προς τα αριστερά. 
Ένα αστραπιαίο φως πέρασε αφήνοντας ένα βουητό σαν βροντή που τράνταξε την καμπίνα του σταθμάρχη. 
-Είναι πολύ βιαστικοί;ρώτησε ο μικρός πρίγκιπας.Τι γυρεύουν να βρουν; 
-Κι ο ίδιος ο άνθρωπος της μηχανής δεν γνωρίζει, απάντησε ο σταθμάρχης. 
Και βρόντηξε προς την αντίθετη μεριά μια δεύτερη αστραπή. 
-Μα επιστρέφουν κιόλας;ρώτησε ο μικρός πρίγκιπας. 
-Δεν είναι οι ίδιοι,απάντησε ο σταθμάρχης.Είναι αλλαγή. 
-Δεν ήταν ευχαριστημένοι εκεί όπου βρίσκονταν; 
-Δεν είναι ποτέ ευχαριστημένοι εκεί όπου βρίσκονται, απάντησε ο σταθμάρχης. 
Ακούστηκε το δεύτερο βουητό της βροντής και φάνηκε για τρίτη φορά η αστραπή. 
-Ακολουθούν την ίδια πορεία που ακολούθησαν οι πρώτοι ταξιδιώτες; ρώτησε ο μικρός πρίγκιπας. 
-Τίποτα δεν ακολουθούν, απάντησε ο σταθμάρχης.Κοιμούνται εκεί μέσα ή χασμουριούνται.Μονάχα τα παιδιά κολλάνε τη μυτούλα τους στο τζάμι. 
-Μονάχα τα παιδιά ξέρουν καλά τι γυρεύουν, είπε ο μικρός πρίγκιπας. Σπαταλάνε τον καιρό τους για μια κούκλα από κουρέλια που γίνεται για αυτά πολύ σπουδαία κι όταν τους την αρπάζουν κλαίνε... 
-Έχουν το χρόνο, είπε ο σταθμάρχης. (Μικρ
ος Πριγκιπας)








''Γελάµε  µε κάποιον, ο οποίος βγαίνει από το δωµάτιό του τη στιγµή
που βγαίνει ο ήλιος από το δικό του, και λέει: ‘Θέλω να ανατείλει ο
ήλιος’· και  µε κάποιον ο οποίος δεν  µπορεί να σταµατήσει  µια
περιστρεφόµενη ρόδα και λέει: ‘Θέλω να περιστρέφεται’· και  µε
κάποιον που τον ρίχνουν κάτω στο πάλεµα κι αυτός λέει: ‘Μ’  έχουν
βάλει κάτω, αλλά θέλω να είµαι κάτω’. Όµως, παρ’ όλο το γέλιο  µας, 
κάνουµε άραγε κι εµείς οι ίδιοι τίποτε διαφορετικό απ’  ότι οι
παραπάνω τρεις, όταν χρησιµοποιούµε τη λέξη θέλω;''
                                                                                 (Φ.Νιτσε)






''Ακόµη κι αν είχαµε την τρέλα να πιστεύουµε πως όλες οι γνώµες  µας
είναι αληθινές,  πάλι δεν θα θέλαµε να ήσαν και οι  µόνες που θα
υπήρχαν:  δεν καταλαβαίνω γιατί θα  ’πρεπε να ευχόµαστε τη
µονοκρατορία και την παντοδυναµία της αλήθειας· εµένα θα  µου
αρκούσε να έχει η αλήθεια απλώς  µεγάλη δύναµη. Η αλήθεια πρέπει
και  µπορεί να παλεύει και να έχει αντιπάλους, και πρέπει κανείς να
µπορεί πότε-πότε, µε την παρέµβαση του  µη αληθούς,  να συνέρχεται
από αυτήν -  διαφορετικά καταντά να  µας είναι ανιαρή,  αδύναµη, 
άγουστη και µας κάνει κι εµάς ακριβώς τέτοιους''
                                                                          
  (Φ.Νιτσε)




Τρίτη, 21 Φεβρουαρίου 2012

Πεχλιβάνης



Μια νύχτα θα 'ρθει από μακριά, βρε αμάν αμάν
αέρας Πεχλιβάνης
να μην μπορείς να κοιμηθείς, βρε αμάν αμάν
μόλις τον ανασάνεις.
Θα 'χει θυμάρι στα μαλλιά, βρε αμάν αμάν
κράνα για σκουλαρίκια
και μες στο στόμα θα γυρνά, βρε αμάν αμάν
ρητορικά χαλίκια.

Θα κατεβεί σαν άρχοντας, βρε αμάν αμάν
θα κατεβεί σαν λύκος
να πάρει χρώμα και ζωή, βρε αμάν αμάν
της μοναξιάς ο κήπος.
Τα μελισσάκια θα γυρνούν, βρε αμάν αμάν
γύρω απ' τις πολυθρόνες
και το νερό το κρύσταλλο, βρε αμάν αμάν
θα ρέει απ' τις οθόνες.

Αέρα να 'σαι τιμωρός, βρε αμάν αμάν
να 'σαι και παιχνιδιάρης
κι αν βαρεθεί η ψυχούλα μου, βρε αμάν αμάν
να 'ρθεις να μου την πάρεις,
για να κοιτάει από ψηλά, βρε αμάν αμάν
του κόσμου τη ραστώνη,
να ξεχαστεί σαν των βουνών, βρε αμάν αμάν
το περσινό το χιόνι.




Κυριακή, 19 Φεβρουαρίου 2012

Άρης Μανουράς


















ΟΝΕΙΡΟ ΘΕΡΙΝΗΣ ΝΥΧΤΟΣ


Δυο συνθεσάιζερ ανάβουν στο μυαλό μου
Ηχεί απαλή, συρτή, η νότα μιας
διασπασμένης μουσικής.

Στο καφενείο τώρα θα σφαγούν
για την τιμή της κοπελιάς
οικογενείας ταδε.

Φαντασίωση πάνω σε όνειρα
που ξυπνητός ο νους δεν πλάθει
Τα γνέθει ο ύπνος.

Ο δρόμος συνεχώς ανακυκλώνεται
με πέτρινα τα κιγκλιδώματά του
κι εγώ μένω μονάχος.


ΑΓΩΝΙΑ


Έτσι μου πρέπει, αφανής να ζήσω και χαμένος
σ'απέραντη στιγματισμένη μοναξιά.
Δεν μπόρεσα
την τρισχιλιόχρονή μου αψίδα να γκρεμίσω
κι αναποφάσιστος, αφηρημένος στέκω εδώ
στην αιωνίως μόνη πατρίδα.
Μ' άγγιξε το μεγάλο,
τ' ωραίο και τ' αληθινό.
μα δεν κατάλαβα τη νιότη κι είπα:
άστην θα γεράσει.
Και γέρασα ανήμπορος να καταλάβω
ο δρόμος που τραβά.
Έρημος, εξαθλιωμένος
που παραπατά.


ΑΡΝΗΣΗ

Ποιό τ' όφελος αν γράφουμε
λιγόστιχα ποιήματα.
Τι κι αν η ζωή με δυο λέξεις
ως το μεδούλι σε τρυπά,
ξεσχίζει τις σάρκες και το εγώ σου.
Πρέπει να φύγω
όσο γίνεται
πιο γρήγορα.
Δεν είναι η πλάση τούτη φιλική
μήτε δική μου στο ελάχιστο
και δεκάρα δε δίνω γι' αυτή.
Τα πάντα είν' ένα κλειστό μπουμπούκι
που ποτέ δεν θ΄ανοίξει.
Πρέπει να φύγω
όσο είναι ακόμα δυνατόν.
Οι υποθέσεις καλά πήγαν φέτος
παράπονο κανείς δεν έχει, εκτός,
απ' αυτούς που κατατρέχει η ατυχία.
Μα γι' αυτό κανείς δεν φταίει.
Αλήθεια όλα είναι σοφά φτιαγμένα.
Πρέπει να φύγω
Ίσως τώρα, πριν
τελειώσει το τραγούδι.
Σφίγγει γύρω μου ο κλοιος
μιας ψεύτικης κι ανέλπιστης επιτυχίας
Τυραννισμένης κι αληθινής μαυρίλας
σφίγγει γύρω μου ο κλοιος
Δεν διστάζω.
Μαέστρο, το ραβδί
δεν σου χρειάζεται
Ορχήστρα δεν υπάρχει
Φεύγω.

ΧΡΟΝΟΣ

Οι ώρες στήθηκαν εμπρός μου στη σειρά,
σαν καλογυμνασμένο απόσπασμα θανάτου.
Ο χρόνος λίγος πια για μένα.
Και γω που τελευταία βούληση είχα
λίγα λεπτά ζωής ακόμα,
Έπεσα δίχως να σκεφτώ
τα χρόνια τα χαμένα.

ΔΥΟ ΜΕΤΡΑ
Μια λέξη όλο κι όλο ζητιανεύω
τέτοια που να λυτρώνει την καρδιά μου
να' ναι ολομόναχη δικιά μου.

Έγνοια φωτεινή ως να φέξει
να ζητώ στου μυαλού μου την άκρια
τη δική μου την λέξη.

ΑΝΤΙ-ΦΩΝΗΣΗ

Ω! μίλα μου ποιητικά
μ' αυτά τα λόγια του βόθρου

ΑΓΩΝΙΑ

Η αισιοδοξία δεν ταιριάζει στο χαρακτήρα μου
Μα τα πράγματα δεν πάνε καλα.
Θα μπορούσε κανείς να ισχυριστεί
(νέοι είμαστε ακόμη)
πως έχουμε καιρό μπροστά μας,
μα αυτό ευχαρίστηση καμμιά δε δίνει.
Η επιστήμη ή η δουλειά μας
μπορεί νάχουν καλές προοπτικές
μ' αυτό δεν με παρηγορεί καθόλου.
Μπορεί το κορίτσι μου νάχει ωραία μάτια
μα εγώ τον κόσμο βλέπω μέσα τους
κι αυτό τα ασχημίζει.
Ο πληθυσμός είναι πολύς
εγώ είμαι μόνο ένας.
Φοβάμαι.
Το σήμερα καμμιά εγγύηση δε δίνει.
Κι έχουμε πολύ δρόμο ακόμα.


Ποιήματα του Άρη Μανουρά (Αθήνα 1985)

Φωτογραφια του Μιχαλη Κ.

Παρασκευή, 17 Φεβρουαρίου 2012

Ακιδες και Δηγματα.













Κινέζικα γαρύφαλλα


Στή λαϊκή φτηνά τα βρήκε
καί τα αγόρασε.
Κινέζικα γαρύφαλλα
σε διάφορους χρωματισμούς.

Αργότερα, καθώς στα βάζα τα τοποθετούσε,
μιά λουλουδένια ευτυχία
γέμισε το σπίτι.
Κι όμως, κάτι από πόνο
μέσα του τον τσάκισε,
κάτι από άσκεφτη και βιαστική
συνήθεια ζωής.

Ά, ομορφιά φτηνή!
Γιά πέντε, δέκα μέρες το πολύ.
Κι ύστερα, όπως πάντα,
στ' άχρηστα ριγμένη.


Χωροφύλακας


Δούλευε σε ενα βιβλιοπωλείο.
Παιδί για τις μεταφορές,
τις εξωτερικές δουλειές,
τη συλλογή βιβλίων.

Δε θα' ταν είκοσι χρονών
και για την καλυτέρευση,
την τακτοποίηση του,
ήθελε να γίνει χωροφύλακας.

Μ' απ' όταν έγινε φύλακας
την αίσθηση έχασε
του χώρου.



Γιατί πεθαίνουν οι χαρές
και ζούν οι φόβοι;




Τα ποιήματα είναι του Αντώνη Περαντωνάκη απο την ποιητική
συλλογή ''ΑΚΙΔΕΣ ΚΑΙ ΔΗΓΜΑΤΑ''

Παρασκευή, 10 Φεβρουαρίου 2012

Ελλαδα. Χτίζουν το μέλλον κάτω απ' τη μύτη μας. Πανύψηλο, μας αφήνει απ' έξω.




Θαμώνας ενός ουρανού ελαφρού όπου όλα
τα πράγματα βαραίνουν δυό φορές το βάρος τους
ενώ τεντώνεται από τ' άστρα ο λώρος
να κοπεί και χάνεσαι...
                (Ο. Ελυτης)








Παρακαλω να βρειτε ενας τελος πανηψηλο
Ας μεινει τουλαχιστον ατοφιο το τιποτα.
                                           (Γιαννης Στιγκας)









Χτίζουν το μέλλον κάτω απ' τη μύτη μας.
Πανύψηλο,
μας αφήνει απ' έξω.
         (Μιχαλης Γκανας)


Ν. Γ. Δαββετας. Οι εραστες της Οστριας

Ονειρο χηρας.

Στον υπνο της λιγο πριν ξυπνησει
ψηνει καφε για δυο.

Ειδωλα της νυχτας.

Κλεισε τα ποδια να χαρεις
μ' ενα κατοσταρικο δεν λιγοστευει η νυχτα
η μοναξια στοιχιζει ακριβοτερα.

Τα ματια σου ειναι ωραια
μονο οταν με βλεπουνε.

Διποδο καταστημα της παραλιας
αναψες τις ξενογλωσσες επιγραφες σου
και διανυκτερευεις.

Στα αθεατα μερη της ζωης μου
το καλοκαιρι συνεχιζεται.

Ειμαι ενα φθινοπωριατικο δεντρο
γδυνομαι τα φυλλα μου
και σε προσμενω
Εισαι ο Χειμωνας.

Κι αν ξενιτευθηκα σε αυτη την πολη
ειναι γιατι χρωστω στον εαυτο μου
εναν καλυτερο θανατο.

Β

Τι χρωμα εχει ο θανατος
κανεις δεν ξερει
κι ομως πολλοι νεκροι
ανακαλυψαν στο σακακι τους
μια ξανθια τριχα.


Το Ροδι που Εσπασε.


Μες στην μεσημεριατικη αχλυ
το ονομα σου τοπιο αντικατοπτρισμου

ενα πανι στον οριζοντα σαν δοντι αλογου,

μεσογειακο σκηνικο. Τα παλτα μας στρωμενα απο
 παλιο καρναγιο
τα νυχια σου οργωναν την πλατη μου
απ' τους πιο βαθειους κρατηρες των κορμιων αναβλυζε
 η λαβα μας
χαμενοι για παντα στο ξυλινο στομαχι
ενος θαλασσιου κητους.

Ο ερωτας δυσκολευει τη μετασταση του θανατου
το παθος ομως δεν εξαγοραζει τον χρονο,
η μοναξια της εκσπερματωσης
και το προφυλακτικο αναμεσα στις τσουκνιδες
σαν ενα δαχτυλο κομμενο
σταζοντας λευκο αιμα.

Το κορμι σου εγινε ενα καραβι στοιχειωμενο
που ακουω τις σειρηνες του στον υπνο μου
πετιεμαι μουσκεμα στον ιδρωτα
πριν η καρινα του κοψει στα δυο το κρεβατι
κι απομεινω με τα λευκα σεντονια
να κολυπμω στη μεση της νυχτας.

ΠΕΤΑΞΕ ΤΗΝ ΤΗΛΕΟΡΑΣΗ ΑΠΟ ΤΟ ΠΑΡΑΘΥΡΟ!


















Φυλακισμενους μας κρατανε
μεσα απο την τηλεοραση.
Το μαυρο αυτο κουτι.
Που ολη μερα χειροκροτανε
και το βραδυ μια ανησυχη φυγη.
Που ολη μερα δυο ξανθιες τραγουδανε
Και το βραδυ οι ιδιες ξανθιες κανουν στριπτιζ.
                                                     (Μιχαλης Κ.)

Χαμενο Ρουχο

Τον πρώτο χρόνο ήμουνα
άγιο παιδί στρωμένο
το δεύτερο με γέλασε
μια πλάνα αγκαλιά.

Τον τρίτο ξημερώθηκα
σε άγνωστα κρεβάτια
τον τέταρτο τους φίλους μου
αποχαιρέτησα.

Στην κολυμπήθρα ρίξανε
νερό αλκοολούχο
και τ' όνομα που μού 'δωσαν
ήταν χαμένο ρούχο.

Το πρώτο ψέμα το 'βγαλα
σαν πέτρα απ' τα νεφρά μου
το δεύτερο σαν κέρασμα
ποτήρι δροσερό.

Το τρίτο σαν της άνοιξης
το πρώτο αεράκι
στο τέταρτο κοιτάχτηκα
δεν ήμουν πια εγώ.

Την πρώτη αγάπη πού 'ζησα
παντοτινή την είπα
η δεύτερη μου κόστισε
λιγότερα φιλιά.

Η τρίτη ήρθε με χαρά
διπλή χαρά που φεύγει
στην τέταρτη να θυμηθώ
να σβήσω τη φωτιά.

Τρίτη, 7 Φεβρουαρίου 2012

Harold Pinter & Μηνας Δημακης


Harold Pinter & Μηνας Δημακης

Όταν κοιτάζουμε σ’ έναν καθρέφτη νομίζουμε ότι η εικόνα που αντικρίζουμε είναι ακριβής. Μετακινηθείτε όμως ένα χιλιοστό κι η εικόνα αλλάζει. Στην πραγματικότητα κοιτάζουμε ένα ατέλειωτο φάσμα αντανακλάσεων. Μερικές φορές όμως ο συγγραφέας πρέπει να σπάσει τον καθρέφτη - γιατί είναι απ’ την άλλη πλευρά αυτού του καθρέφτη που η αλήθεια μας κοιτάζει κατάματα.
Πιστεύω ότι, παρά τις τεράστιες αντιξοότητες που υπάρχουν, η άφοβη, ακλόνητη, ασυγκράτητη πνευματική απόφαση, σαν πολίτες, να ορίσουμε την πραγματική αλήθεια της ζωής μας και των κοινωνιών μας, είναι ένα κρίσιμο καθήκον που μας βαρύνει όλους. Είναι πραγματικά επιτακτικό.
Αν μια τέτοια απόφαση δεν ενσωματωθεί στο πολιτικό μας όραμα, δεν έχουμε ελπίδες να αποκαταστήσουμε αυτό που σχεδόν έχουμε χάσει - την ανθρώπινη αξιοπρέπεια.
                               (Λόγος αποδοχής βραβείου Νόμπελ Λογοτεχνίας 2005  Χ. Πίντερ )




Έσπασε τον καθρέφτη!
Δεν ηθελε να βλεπει αυτον τον ξενο.
          (Μηνας Δημακης)







Pablo Neruda & Pedro Salinas y Serrano

Pedro Salinas y Serrano
Νερο στη νυχτα

Νερο στη νυχτα, φιδι αναποδασιστο

σφύριγμα μικροτερο και προορισμος αγνωστος:
Ποια μερα χιονι, ποια μερα θάλλασα; Πες μου.
Ποια μερα συννεφο, ηχώ
απο σένα και κοίτη ξερή;
Πεςμου.
-Οχι, δε θα το πω: αναμεσα στα χειλη σου μ' εχεις,
φιλί σου δίνω, αλλά όχι διευκρινίσεις.
Να σου φτάνουν οι νυχτερινες ελεημοσύνες 
και τα υπόλοιπα άφησέ τα στις σκιές,
γιατί εγώ είμαι φτιαγμενη
για τη δίψα των χειλιών που ποτε δεν ρωτούν.




Pablo Neruda


Κι ένα ξημέρωμα άναψαν όλα
κι ένα ξημέρωμα οι πυρκαγιές
όρμησαν απ’ τη γη
ρουφώντας τα όλα,
κι από τότες φωτιά,
κι από τότες μπαρούτι,
κι από τότες αίμα.Ληστές μ’ αεροπλάνα και μαυριτανούς,
ληστές με δαχτυλίδια και δουκέσες,
ληστές μ’ ευλογίες μαύρων φρέρηδων
που έρχονταν απ’ τον ουρανό να σφάξουν τα παιδιά,
και στους δρόμους το αίμα των παιδιών
κύλησε απλά, σαν των παιδιών το αίμα.
Τσακάλια, σίχαμα των τσακαλιών,
πέτρες που τα ξεράγκαθα δαγκάνοντας σας φτύνουν,
οχιές που σας μισούν οι οχιές.
Στρατηγοί προδότες•
δείτε το νεκρό μου σπίτι
δείτε την Ισπανία ρημαγμένη•
γιατί μεταλλικές πετιούνται αναλαμπές
απ’ το κάθε νεκρωμένο σπίτι
αντί για λουλούδια,
γιατί μέσ’ απ το κάθε χάσμα
ξεπετιέται η Ισπανία,
γιατί αν το κάθε νεκρό παιδί πετιέται μια κάννη με μάτια,
γιατί μες στο κάθε φονικό γεννιούνται βόλια
που θε να ‘βρουν το στόχο της καρδιάς σας
κάποια μέρα.Και με ρωτάτε γιατί τάχα η ποίηση μου
δε σας μιλά για όνειρα και φύλλα,
για τα τρανά ηφαίστεια της πατρικής μου γης;
Ελάτε να δείτε το αίμα στους δρόμους,
ελάτε να δείτε
το αίμα στους δρόμους,
ελάτε να δείτε το αίμα
στους δρόμους!








Κυριακή, 5 Φεβρουαρίου 2012

Γιαννης Στιγκας: Θα' ρθω ξανα ενα βραδυ κουτσο για να σας πω τη ριζα


Charles Baudelaire 





Αγαπω των μεγαλων ματιων σου το πρασινο φως
Γλυκια ομορφια, αλλα ολα σημερα με πικραναν,
Και τιποτα, μητε η αγαπη σου, μητε το τζακι,
Δεν αξιζουν για μενα οσο ο γελαστος ηλιος πανω στη θαλασσα.

Παρ' ολα αυτα αγαπατε με, τρυφερη καρδια! ας ειστε μανα,
Ακομη και για εναν αχαριστο, ακομη και για εναν κακο.
Ερωμενη η αδελφη, ας εισαι γλυκα εφημερη
Δοξασμενου φθινοπωρου ή της δυσης ανταυγεια.

             (Charles Baudelaire)







Σώμα είναι η πέτρα που πιστεψε.
                                                          (Γ.Σ.)











































...Κι οταν το ρολόι χτυπησει Ανοιξη
       -Αν εισαι ακομα εδω,
                    κι εγω εχω φυγει-
   Ελα να με βρεις.
        θα σε περιμενω
στην αρχη του Καλοκαιριου
     περα απο το δρομο με τις αμυγδαλιες
που ειναι στρωμενος
      με κιτρινα πεσμενα φυλλα.
Μην αργησεις!
   Δεν θα΄θελα να κοιμηθω,
και να χασουμε και αλλη εποχη.
     (Το κομματι αυτο ειναι απο ενα ποιημα της Μαριαννας Λαμπρου)



θα σε περιμενω στην ακρη του λογου
με μια πετρα γαληνια
κι ενα ποδηλατο πιο κιτρινο απ' τις αυτοκτονιες
που κρυβω κατω απ' το μαξιλαρι

Αν δεν ερθεις
θα ερωτευτω το ποδηλατο
               (Γιαννης Στιγκας)