Κι εκείνος, ύψωσε το κεφάλι του κι αντίκρισε το λαό κι απλώθηκε βαθιά ησυχία.
Και με φωνή μεγάλη είπε:
Όταν η αγάπη σε καλεί, ακολούθησέ την, Μόλο που τα μονοπάτια της είναι τραχιά κι απότομα. Κι όταν τα φτερά της σε αγκαλιάσουν, παραδώσου, μόλο που το σπαθί που είναι κρυμμένο ανάμεσα στις φτερούγες της μπορεί να σε πληγώσει.
Κι όταν σου μιλήσει, πίστεψε την, μ' όλο που η φωνή της μπορεί να διασκορπίσει τα όνειρά σου σαν το βοριά που ερημώνει τον κήπο.
Γιατί όπως η αγάπη σε στεφανώνει, έτσι και θα σε σταυρώσει. Κι όπως είναι για το μεγάλωμα σου, είναι και για το κλάδεμά σου.
Κι όπως ανεβαίνει ως την κορφή σου και χαϊδεύει τα πιο τρυφερά κλαδιά σου που τρεμοσαλεύουν στον ήλιο,
Έτσι κατεβαίνει κι ως τις ρίζες σου και ταράζει την προσκόλληση τους στο χώμα.
Σα δεμάτια σταριού σε μαζεύει κοντά της.
Σε αλωνίζει για να σε ξεσταχιάσει.
Σε κοσκινίζει για να σε λευτερώσει από τα φλούδια σου.
Σε αλέθει για να σε λευκάνει.
Σε ζυμώνει ώσπου να γίνεις απαλός.
Και μετά σε παραδίνει στην ιερή φωτιά της για να γίνεις ιερό ψωμί για του Θεού το άγιο δείπνο.
Όλα αυτά θα σου κάνει η αγάπη για να μπορέσεις να γνωρίσεις τα μυστικά της καρδιάς σου και με τη γνώση αυτή να γίνεις κομμάτι της καρδιάς της ζωής.
Αλλά αν από το φόβο σου, γυρέψεις μόνο την ησυχία της αγάπης και την ευχαρίστηση της αγάπης,
Τότε, θα ήταν καλύτερα για σένα να σκεπάσεις τη γύμνια σου και να βγεις έξω από το αλώνι της αγάπης. Και να σταθείς στον χωρίς εποχές κόσμο όπου θα γελάς, αλλά όχι με ολάκερο το γέλιο σου και θα κλαις, αλλά όχι με όλα τα δάκρυά σου.
Η αγάπη δε δίνει τίποτα παρά μόνο τον εαυτό της και δεν παίρνει τίποτα παρά από τον εαυτό της. Η αγάπη δεν κατέχει κι ούτε μπορεί να κατέχεται, γιατί η αγάπη αρκείται στην αγάπη.
Όταν αγαπάς, δε θα 'πρεπε να λες: "Ο Θεός είναι στην καρδιά μου", αλλά μάλλον "Εγώ βρίσκομαι μέσα στην καρδιά του Θεού".
Και μη πιστέψεις ότι μπορείς να κατευθύνεις την πορεία της αγάπης, γιατί η αγάπη, αν σε βρει άξιο, θα κατευθύνει εκείνη τη δική σου πορεία.
Η αγάπη δεν έχει καμιά άλλη επιθυμία εκτός από την εκπλήρωσή της. Αλλά αν αγαπάς κι είναι ανάγκη να έχεις επιθυμίες, ας είναι αυτές οι επιθυμίες σου: Να λιώσεις και να γίνεις σαν το τρεχούμενο ρυάκι που λέει το τραγούδι του στη νύχτα.
Να γνωρίσεις τον πόνο της πολύ μεγάλης τρυφερότητας.
Να πληγωθείς από την ίδια την ίδια τη γνώση σου της αγάπης. Και να ματώσεις πρόθυμα και χαρούμενα.
Να ξυπνάς την αυγή με καρδιά έτοιμη να πετάξει και να προσφέρεις ευχαριστίες για μια ακόμα μέρα αγάπης. Να αναπαύεσαι το μεσημέρι και να στοχάζεσαι την έκσταση της αγάπης.
Να γυρίζεις σπίτι το σούρουπο με ευγνωμοσύνη στην καρδιά
Και ύστερα να κοιμάσαι με μια προσευχή για την αγάπη που έχεις στην καρδιά σου και μ' έναν ύμνο δοξαστικό στα χείλη σου.
Des milliers et des milliers d'années Ne sauraient suffire Pour dire La petite seconde d'éternité Où tu m'as embrassé Où je t'ai embrassèe Un matin dans la lumière de l'hiver Au parc Montsouris à Paris A Paris Sur la terre La terre qui est un astre.
Ο Κήπος
Χιλιάδες και χιλιάδες χρόνια Δεν θα'φταναν Για να μιλήσω Το δευτερόλεπτο της αιωνιότητας Που με φίλησες Που σε φίλησα Ένα πρωί μες στο χειμωνιάτικο φώς Στο Πάρκο Μονσουρί στο ΠαρίσιΣτο Παρίσι Πάνω στη γή Στη γη που ειναι εν' άστρο.
Yo te he nombrado reina. Hay más altas que tú, más altas. Hay más puras que tú, más puras. Hay más bellas que tú, hay más bellas. Pero tú eres la reina.
Cuando vas por las calles nadie te reconoce. Nadie ve tu corona de cristal, nadie mira la alfombra de oro rojo que pisas donde pasas, la alfombra que no existe.
Y cuando asomas suenan todos los ríos en mi cuerpo, sacuden el cielo las campanas, y un himno llena el mundo.
Sólo tú y yo, sólo tú y yo, amor mío, lo escuchamos.
Η βασίλισσα
Σε ονόμασα βασίλισσα. Υπάρχουν ψηλότερες από σένα, ψηλότερες. Υπάρχουν αγνότερες από σένα, αγνότερες. Υπάρχουν ομορφότερες από σένα, ομορφότερες. Αλλά εσύ είσαι η βασίλισσα.
Όταν περπατάς στο δρόμο
κανείς δε σε αναγνωρίζει. Κανένας δε βλέπει το κρυστάλλινο σου στέμμα, κανένας δεν κοιτάζει το από κόκκινο χρυσό χαλί
που πατάς καθώς περνάς, το χαλί δεν υπάρχει.
Κι όταν εμφανίζεσαι όλοι οι ποταμοί ακούγονται
στο κορμί μου, καμπάνες
σείουν τον ουρανό κι ένας ύμνος γεμίζει τον κόσμο.
Μονάχα εσύ κι εγώ, μονάχα εσύ κι εγώ, αγάπη μου, τον ακούμε.
---- ---- ----- ----
Το γέλιο σου
Πάρε μου το ψωμί, αν θες, πάρε μου τον αγέρα, μα μη μου παίρνεις το γέλιο σου.
Μη μου παίρνεις το ρόδο, τη λόγχη που τινάζεις, το νερό που ξάφνου χυμά απ’ τη χαρά σου, το απότομο κύμα το ασήμι που γεννάς.
Είναι σκληρός ο αγώνας μου και γυρνώ με μάτια κουρασμένα θωρώντας κάποτε τη γη που δεν αλλάζει, μα έρχεται το γέλιο σου αναθρώσκωντας στον ουρανό γυρεύοντάς με και μου ανοίγει τις πόρτες όλες της ζωής.
Αγάπη μου, στις πιο μαύρες ώρες μου τινάζεται το γέλιο σου, κι όταν ξάφνου δεις το αίμα μου να λεκιάζει τις πέτρες του δρόμου, γέλα, γιατί το γέλιο σου θα ‘ναι στα χέρια μου σα δροσερό σπαθί.
Δίπλα στη θάλασσα του φθινοπώρου, το γέλιο σου ας αναβρύσει σα σιντριβάνι, όλο αφρό και την άνοιξη, αγάπη, θέλω το γέλιο σου σαν τον ανθό που πρόσμενα, τον γαλανό ανθό, το ρόδο της βουερής πατρίδας μου.
Γέλα στη νύχτα, στη μέρα στο φεγγάρι, γέλα στις στριφτές στράτες του νησιού, γέλα σ’ αυτό το άγαρμπο αγόρι που σ’ αγαπά, μα όταν ανοίγω τα μάτια και τα κλείνω, όταν τα βήματά μου φεύγουν, όταν γυρνούν τα βήματά μου, αρνήσου με το ψωμί, τον αγέρα, το φως, την άνοιξη, μα ποτέ το γέλιο σου γιατί θα πεθάνω.
Πάρε μου το ψωμί, αν θες, πάρε μου τον αγέρα, μα μη μου παίρνεις το γέλιο σου.
Μη μου παίρνεις το ρόδο, τη λόγχη που τινάζεις, το νερό που ξάφνου χυμά απ’ τη χαρά σου, το απότομο κύμα το ασήμι που γεννάς.
Είναι σκληρός ο αγώνας μου και γυρνώ με μάτια κουρασμένα θωρώντας κάποτε τη γη που δεν αλλάζει, μα έρχεται το γέλιο σου αναθρώσκωντας στον ουρανό γυρεύοντάς με και μου ανοίγει τις πόρτες όλες της ζωής.
Αγάπη μου, στις πιο μαύρες ώρες μου τινάζεται το γέλιο σου, κι όταν ξάφνου δεις το αίμα μου να λεκιάζει τις πέτρες του δρόμου, γέλα, γιατί το γέλιο σου θα ‘ναι στα χέρια μου σα δροσερό σπαθί.
Δίπλα στη θάλασσα του φθινοπώρου, το γέλιο σου ας αναβρύσει σα σιντριβάνι, όλο αφρό και την άνοιξη, αγάπη, θέλω το γέλιο σου σαν τον ανθό που πρόσμενα, τον γαλανό ανθό, το ρόδο της βουερής πατρίδας μου.
Γέλα στη νύχτα, στη μέρα στο φεγγάρι, γέλα στις στριφτές στράτες του νησιού, γέλα σ’ αυτό το άγαρμπο αγόρι που σ’ αγαπά, μα όταν ανοίγω τα μάτια και τα κλείνω, όταν τα βήματά μου φεύγουν, όταν γυρνούν τα βήματά μου, αρνήσου με το ψωμί, τον αγέρα, το φως, την άνοιξη, μα ποτέ το γέλιο σου γιατί θα πεθάνω.