Δευτέρα 3 Σεπτεμβρίου 2012

Χρύσα Αλεξίου






*

Πάλι βρέχει
αιώνες τώρα,
στέλνει απουσίες
να γλύψουνε το χώμα,
να μοσχομυρίσει
η γυαλάδα τ΄ουρανού.
Βγήκα στο δρόμο
όρθιος λυγμός
να με προσέξεις,
μα εσύ με κέρασες
τις μνήμες :
μια σταγόνα ο έρωτας ,
μια κι ο θάνατος ,
που μοιάζει αδελφός ,
μια και η ελπίδα ,
που ξέχασε να με γυρέψει ,
μια σταγόνα έγινα κι εγώ
κι έτσι με νίκησες.
Ήθελα απλώς να σε φιλήσω
να γίνω θέμα
στο νερό ….
*
Πώς να σηκώσω αυτό
το βάρος-
όλη τη γή
πάνω στο στήθος
να κρέμεται.
Η εικόνα μιας ζωής
σε πάλη,
καταγραφή
της ωραιότητας.
Μιας αγωνίας
να τρέξουμε
τον κόσμο μας
ωσάν αθάνατοι ….
Έτσι προχώρησε
το θαύμα
με τολμηρούς
να αστειεύονται
στη λύπη …
*
Περιμένω
δεν ξέρω τι,
ν΄αλλάξουν τα σύνορα
του χθές ,
να βρώ καινούργια
πατρίδα ,
να ασπαστώ
μια καθαρή θάλασσα ,
να μισήσω
μια ασήμαντη ζωή
που με θεριεύει .
Ισως
μιά ιδέα
της ανθρωπότητας
που να χωράει
το μάταιο θόρυβο
της ύπαρξης.
Να΄ναι ο έρωτας
μονάχα αυτός
ησυχαστήριο
του γελοίου
σκέφτηκα
και έκλεισα την πόρτα.
*

Τρίτη 28 Αυγούστου 2012

Γιώργος Βέης





Ν, ΟΠΩΣ ΝΟΣΤΑΛΓΙΑ


I
«Μόνο λήθη περιέχει αυτό το απόγευμα;»
Πες το καλύτερα από την αρχή χωρίς ντροπή
με τα μάτια κλειστά στη δυνατή βροχή του Μάρτη
«Μόνο λήθη μάς μαθαίνει αυτό το απόγευμα;»
Ξεναγοί και φύλακες τα τρυγόνια, θεμέλια
ναών πυρπολημένων φορτωμένα τώρα με
γαλήνη θα γίνουν η θετή μας πατρίδα, μέρες
σαν το πόσιμο νερό κύλησαν μέσα σε φράσεις
επιμύθια των ιστορικών, άγονη γραμμή
χαρτί ο πολιτισμός τσαλακωμένο, αέρας
το σηκώνει ψηλά μαζί με τα πουλιά των βάλτων·
κάθε πλανήτης που ανάβει πιο κοντά μάς φέρνει
σε ό,τι έδειξε το κάρμα, σε όποιο όνειρο
μάς λέει ότι είμαστε κι εμείς σώμα αστρικό.

II
Κι η ακρόαση μέρα νύχτα, γιατί έτσι πρέπει
με το αυτί απαλά στη χλόη, μέσα στις ρίζες
βαθιά στην ιστορία των χαμένων μας ερώτων
το μυθικό παρόν, το βλέπω: κέρδος καθαρό·
θα’ ρθει η δίκαιη στιγμή να τα χωρέσει όλα
να γίνει ο καιρός έλεος, το ταπεινό χρώμα
άσκηση ζωγραφικής για τα παιδιά μας είναι ο
Παράδεισος- λέξεις που χάθηκαν, ξαναβρέθηκαν
όπως χρυσάφι, ντύνουν απληστία και οδύνη
όσα θέλησες με τόσο πείσμα, σκεπασμένα πια
από τις ήττες οικογενειών, σε αναζητούν·
κι ο ουρανός, αυτό το σπάταλο βλέμμα, μια λύση
ευκαιρίας, το κέλυφος των επινοήσεων·
με λένε κόκκο της άμμου, μαθαίνω να θυμάμαι.

III
Στις πορείες, στην έρημο των δωματίων πάντα
ως τις ανάσες του τέλους, ο σύντροφος, ο τρόμος
θες να μάθεις πώς προφέρεται σωστά η θάλασσα
μόνο απορίες είσαι, σαν την άγρια φύση:
«Σαν τους αγγέλους του Ταλμούδ, που αφού το θεό τους
υμνήσουν, γκρεμίζονται μετά στην ανυπαρξία
όλοι μαζί, έτσι κι εγώ θα σβήσω στο στόμα
στο χάος του «μάλλον όχι» και του «δήθεν ναι» χωρίς
να προλάβω την άνοιξη, το άλλο καλοκαίρι;»
Το τραπέζι είναι στρωμένο, θα μείνεις μαζί μου
έτσι κι αλλιώς έξω ο κόσμος στον τροχό είναι
των πολέμων δεμένος, στην κατάρα της πείνας·
το παράθυρο έχει ήδη ματώσει, η πόλη
άκυρη, ανεβαίνει κόμπος στο λαιμό η νίκη.

IV
Η αγαλλίαση, από πού άραγε να φτάνει
ως εδώ, το κρασί έχει τελειώσει τα τσιγάρα
δεν έχουν νόημα πια, λυδία λίθος η λέξη
που μόλις μού έδωσες: «ανάπαυση». Σαν το νέο
χιόνι όλα ξαναγυρίζουν στη θέση τους, τρελά
πετούν από χαρά τα χελιδόνια που μας βλέπουν
από την κόλαση να επιστρέφουμε γεροδε-
μένοι, θητεία που έληξε σε γνώση μυστική·
έλα ας θάψουμε βαθιά στην αυλή μας τη θλίψη
του χειμώνα και την ανώφελη εγκαρτέρηση
μέσα στις θύελλες των εποχών, είμαστε από
το χώμα που ξέρει τη βοσκή του, θα περάσουν οι
αιώνες για να φτάσουμε πάλι εδώ: Μεθώνη
πυγολαμπίδων μαρμαρυγή, σταθερή πορεία.

Κυριακή 26 Αυγούστου 2012

Γιώργος Κ. Καραβασίλης


  Σπουδαίος ποιητής και μεταφραστής....





 ΕΡΩΤΙΚΑ ΣΩΜΑΤΑ

Καλόγνωμες γυναίκες όλο έλεος
πλαγιάζοντας μαζί μου κι ας γνωρίζατε
αυτήν που μ' αγαπούσε,
εκείνη σας συχώρεσε.
Και σεις οι σφηνωμένες στα παντζούρια
με το ημίφως ανασηκωμένο στα ρουθούνια,
ορθόστηθες με το τσιγάρο σας δισταχτικό,
τα χέρια σταυρωμένα,
που δεν παραδοθήκατε, γιατί το νιώσατε
πως δεν αξίζει το μεγάλο πάθος σας
για μένα· σας συχώρεσα.
Και σας που ήρθατε για ένα βράδυ
για να ξαναγυρίσετε στην αγκαλιά σας το πρωί,
πάντα το χάδι μου ακολουθεί το χέρι της αγάπης σας
κι ένα φιλί στο στόμα μου προσμένει πάλι
ένα καινούριο βράδυ...
Όσο για σας που η Αγάπη μου
δε σας χωρούσε κάποτε στην αγκαλιά μου,
ελάτε ν' ανθιστούμε τώρα...
Μα δεν ξεχνώ και κείνες που σεβάστηκαν τον Έρωτα
κι ευγενικά μου γύρισαν την πλάτη,
σ' όποια καλή τους τύχη - ακόλουθος φτωχή
η ευχή μου.
Μα σεις που μούρθατε από εκδίκηση
και μόνο ή από μίσος,
εσείς που πληγωμένες τρέξατε
για να σκοτώσετε,
μαυλίστες των αιώνιων με
τα παραπλανητικά σας πρόσωπα,
μες στου ματιού μου τη ματιά της
γκρεμιστήκατε και ίδιος κόνδωρας
μες στο γκρεμό σας βούτηξα
και με τα λάφυρά σας στόλισα
το Σώμα της Αγάπης μου,
το Σώμα της Αγάπης.

από την ανθολογία "Σύγχρονη Ερωτική Ποίηση" εκδόσεις Καστανιώτη


ΕΙΔΥΛΛΙΟ

Κέρδισες∙ και το χαμόγελό σου
Ερωτικό ρυάκι συνεπήρε
Καθώς υψώναμε μαζί την Άγια καμπάνα
Των αηδονιών και των κυκλάμινων
Στο θαλερό τοπίο.
Στον τρυγητό της αγκαλιάς μας.
Ο θόλος της κόμης υγρός.
Τα μάτια σου χτυπούν τα γύρω δέντρα.
Διάσπαρτος ήλιος.
Στο δέσιμο της σάρκας
Το κρόταλο του ίσκιου μας στη φυλλωσιά.

( Η  γ ρ α φ ή  κ α ι  τ ο  μ α χ α ί ρ ι )
 

ΓΙΑ ΣΕ, ΠΟΥ ΞΕΚΟΨΕΣ ΑΠ’ ΤΟ ΠΛΕΥΡΟ ΤΟΥ ΜΕΛΙΣΣΙΟΥ

Για σε, που ξέκοψες απ’ το πλευρό του μελισσιού
Και ήρθες να μεθύσεις στο φιλί μου
Θ’ αλλάξω τα μάτια μου.
Για σένα, βέλασμα της ακατοίκητης αυγής,
Με βλέμμα νεκρού αγαπημένου θα φορτίσω τα μάτια μου.
Του πρώτου κόσμου έμβρυο που κούρνιασες στο στέρνο μου,
Θ’ ανεβώ την ηλικία της άγνοιας και της σοφίας
Τα μάτια σου ν’ ανοίξω, το σώμα σου να χτίσω.
Δροσιά μαντηλιού σ’ ετοιμοθάνατο,
Ευφροσύνη χιονιού σε θάλλον στήθος να σε πω.
Και σαν στο αίμα σου, του κάλλους οι βυθοί αναβοσβήνουν,
Θα ξεριζώσω αυτά τα μάτια,
Θα ξεκληρίσω τη δυναστεία του πάθους,
Για να μπορώ κι εγώ να στεγαστώ αγάπη μου,
Για να μπορώ κι εγώ ν’ αγαπηθώ.

( Κ α λ λ ι έ ρ γ ε ι α  τ ο υ  α ί μ α τ ος )


ΠΕΡΝΑ ΠΕΡΒΟΛΙΑ, ΕΚΚΛΗΣΙΕΣ ΓΙΑ ΝΑ ΜΕ ΔΕΙ

Περνά περβόλια, εκκλησιές για να με βρει
Κι  έχει μαζέψει ήλιους, ποταμούς και κάμπους
Και στα μαλλιά της τα λιοστάσια πέλαγα,
Θυμάρι δαχτυλίδι τα σφυρά της.

Περνά βραγιές, φορτώνεται τις πυρκαγιές
Με τον Ιούλιο στη γλώσσα της σπαρμένο.
Πριν φύγει θα της πνίξω κάθε μυρουδιά∙
Στο γυρισμό της να μοιράσει την πνοή μου.


ΤΡΑΓΟΥΔΩ ΤΟ ΧΕΡΙ ΜΟΥ

Τυφλό αηδόνι χτίζει τη φωλιά του
Καθώς το χέρι μου περνάει στα μαλλιά σου,
Τότε το γέλιο σου παφλάζει, σκάζει στα νερά,
Τους αστερίες ξεσηκώνει,
Φρέσκια δροσιά φυτεύει
Στις πελαγοκυψέλες.

Ακούγεσαι, θ’ ακούγεσαι για δυο χιλιάδες χρόνια.


ΠΡΟΣΚΑΙΡΟΝ ΣΩΜΑ

Τόπος χλωρός ακμάζει σαν γδύνεσαι.

Το ρυάκι τα ρούχα της μαζεύει και φαιδρύνεται.

Πουλιά μεταναστεύουν σε θαλασσινούς κήπους της κόμης.

Ο άνεμος σηκώνει το φουστάνι της φωνής στο γόνατο.

Γλώσσα μου γίνε φιλί της

Στ’ άπατα του σύννεφου
Των ματιών η ξαστεριά.

Ασφυκτική ανθοφορία
Λακτίζει τον κρατήρα σου.

Θάλασσα,
Σεντόνι γαλανό,
Κοιμού στη γύμνια μας.

Όνειρα καλά θα ξενυχτούν στην αγκαλιά μας.

( Τ α  Η δ υ π α θ ή )

 
ΠΑΝΤΑ Σ’ ΑΝΑΖΗΤΟΥΣΑ ΚΑΙ ΔΕΝ Σ’ ΕΥΡΙΣΚΑ ΠΟΤΕ

Πάντα σ΄ αναζητούσα και δεν σ’ εύρισκα ποτέ
Στα κερδισμένα και χαμένα όνειρα της νύχτας
Κι ακόμα σε τοπία που απαιτούν να τα ορίσεις
Με τα δικά σου στίγματα για να σωθούν,
Στις κατακόμβες του καιρού
Με τις θαμπές, μισοσβησμένες οπτασίες,
Τα πρόσωπα που χάσαμε πριν γεννηθούμε.
Πάντα σ’ αναζητούσα και δεν σ’ εύρισκα ποτέ
Όταν για μια στιγμή, όλα μαζί ανάβαν τα βεγγαλικά
Της λευτεριάς που έπαιρνε μορφή στο σώμα∙
Όταν γυμνός μέχρι τη ρίζα σού δινόμουν
Έως το πιο βαθύ μου κόκαλο
Στο χρόνο βυθιζόμουν και στα πράγματα.
Ω Αναπνοή, που δεν γνωρίζεις πλάτος.

Αλλά, να μεταγγίσω αίμα σ’ ένα φάντασμα;

( Τ α  μ υ σ τ ι κ ά  δ ω μ ά τ ι α  τ ο υ  π ύ ρ γ ο υ )

Charles Bukowski






Κλαμπ Κόλαση, 1942

το επόμενο μπουκάλι ήταν το μόνο πράγμα
που είχε σημασία.
στο διάολο και το φαγητό, στο διάολο και
το νοίκι
το επόμενο μπουκάλι ήταν η λύση
για όλα
κι αν μπορούσες να έχεις δύο ή
τρία ή τέσσερα μπουκάλια καβάτζα
τότε η ζωή ήταν στ' αλήθεια ωραία.


κατάντησε να μας γίνει συνήθεια,
τρόπος ζωής.

πού θα μπορούσαμε να βρούμε άραγε το επόμενο
μπουκάλι;
μας έκανε επινοητικούς, πονηρούς,
τολμηρούς.
κάποτε κάναμε ακόμα και βλακείες
και πιάναμε δουλειά για 3 ή 4 μέρες
ή και για καμιά βδομάδα ακόμη.


το μόνο που θέλαμε να κάνουμε ήταν να καθόμαστε
ένα γύρο και να συζητάμε για
βιβλία και λογοτεχνία
και να βάζουμε στα ποτήρια μας
κι άλλο κρασί.
ήταν το μόνο πράγμα που είχε κάποιο
νόημα για μας.
είχαμε, βέβαια, και
τις περιπέτειές μας:
τρελές φιλενάδες, καβγάδες, τις
απελπισμένες σπιτονοικοκυρές, την
αστυνομία.


προκόψαμε με το ποτό και
με την τρέλα και με τη
συζήτηση.
όταν άλλοι άνθρωποι χτύπαγαν
κάρτα
εμείς συχνά δεν ξέραμε καν
ποια μέρα ή ποια βδομάδα ήταν.


είχαμε αυτή τη μικρή συμμορία,
όλοι νέοι, και διαρκώς άλλαζε
έτσι που κάποια μέλη απλώς
εξαφανίζονταν, άλλοι επιστρατεύονταν,
μερικοί σκοτώθηκαν στον πόλεμο
μα συνεχώς νέοι οπαδοί
κατέφθαναν.


ήταν το Κλαμπ από την Κόλαση
κι εγώ ήμουν ο Πρόεδρος τού
Συμβουλίου.


* * *

τώρα πίνω μόνος μες στο ήσυχο
δωμάτιό μου στο
δεύτερο πάτωμα που βλέπει το λιμάνι
του San Pedro .
είμαι άραγε εγώ ο τελευταίος των
τελευταίων;
αρχαία φαντάσματα αιωρούνται μέσα και έξω απ'
αυτό το δωμάτιο.
μόλις που μισοθυμάμαι τα πρόσωπά τους.
με κοιτάζουν, οι γλώσσες τους
κρέμονται έξω.
σηκώνω το ποτήρι μου προς το μέρος τους.
παίρνω ένα πούρο, το κολλάω στη
φλόγα του αναπτήρα
μου.
ρουφάω βαθιά
και να μια λάμψη γαλάζιου
καπνού καθώς
στο λιμάνι
ένα πλοίο βαράει τη
σειρήνα του.

μοιάζουν όλα με μια καλή παράσταση, καθώς αναρωτιέμαι πάλι:
τι γυρεύω εγώ
εδώ;
πώς είναι η κατάσταση

πρώτα δοκιμάζουν να σε τσακίσουν με την ανυπόφορη
φτώχεια
κι ύστερα δοκιμάζουν να σε τσακίσουν με τη μάταιη
φήμη.

κι αν δεν σπάσεις
με κανένα από τα δύο
υπάρχουν οι φυσιολογικές μέθοδοι
όπως οι κοινές ασθένειες
που ακολουθούνται από έναν ανεπιθύμητο
θάνατο.

οι περισσότεροι από μας ωστόσο σπάμε πολύ πριν
απ' αυτό
όπως ήταν
κανονισμένο εξάλλου

από σεισμό
κατακλυσμό
πείνα
οργή
αυτοκτονία
απελπισία
ή απλά
από σοβαρό έγκαυμα
στη μύτη
την ώρα που ανάβεις
το τσιγάρο σου.

ώστε θέλεις να γίνεις συγγραφέας;

αν δεν ξεχύνεται από μέσα σου
ενάντια σ' όλα τ' άλλα,
μην το κάνεις.
αν δεν έρχεται, χωρίς καν να το 'χεις ζητήσει, από την
καρδιά σου και το μυαλό σου και το στόμα σου
και τα σπλάχνα σου,
μην το κάνεις.
αν χρειάζεται να κάτσεις για ώρες
κοιτάζοντας την οθόνη του υπολογιστή σου
ή να καμπουριάζεις πάνω από τη
γραφομηχανή σου
ψάχνοντας για τις λέξεις,
μην το κάνεις.
αν το κάνεις   για τα λεφτά ή
τη δόξα,
μην το κάνεις.
αν το κάνεις γιατί θέλεις
γυναίκες στο κρεβάτι σου,
μην το κάνεις.
αν χρειάζεται να κάθεσαι και
να γράφεις ξανά και ξανά τα ίδια,
μην το κάνεις.
αν σου είναι δύσκολο και μόνο να σκέφτεσαι ότι θα το κάνεις,
μην το κάνεις.
αν προσπαθείς να γράψεις σαν κάποιον
άλλο,
καλύτερα ξέχνα το.

αν χρειάζεται να περιμένεις μέχρι να ουρλιάξει από
μέσα σου,
τότε περίμενε υπομονετικά.
κι αν δεν ουρλιάξει ποτέ από μέσα σου,
κάνε κάτι άλλο.
αν πρέπει πρώτα να το διαβάσεις στη γυναίκα σου
ή στη φιλενάδα ή στον φίλο σου
ή στους γονείς σου ή σε οποιονδήποτε,
τότε δεν είσαι έτοιμος.

μην είσαι σαν τόσους άλλους συγγραφείς,
μην είσαι σαν τόσες άλλες χιλιάδες
ανθρώπους που αυτοαποκαλούνται συγγραφείς,
μην είσαι πληκτικός και βαρετός και
ξιπασμένος, μην κατατρώγεσαι από την αυτο-
λατρεία σου.
οι βιβλιοθήκες του κόσμου
χασμουριούνται
από τη νύστα
μπροστά στο είδος σου.
μην προσθέτεις σε αυτό.
μην το κάνεις.
αν δεν βγαίνει από
την ψυχή σου σαν ρουκέτα,
αν το να μείνεις ήσυχος δεν
σε φέρνει στην τρέλα ή
την αυτοκτονία ή τον φόνο,
μην το κάνεις.
αν ο μέσα σου ήλιος
δεν σου καίει τα σπλάχνα,
μην το κάνεις.

όταν θα 'ναι στ' αλήθεια η ώρα,
και αν είσαι ο εκλεκτός,
θα συμβεί από
μόνο του και θα συνεχίσει να συμβαίνει
μέχρι που θα πεθάνεις ή που θα πεθάνει μέσα σου
αυτό.
δεν υπάρχει άλλο τρόπος.
και ποτέ δεν υπήρξε.


ο γέρο - αναρχικός

ο γείτονάς μου μού δίνει το κλειδί του σπιτιού του
όταν φεύγει για διακοπές.
ταΐζω τις γάτες του
ποτίζω τα λουλούδια και το
γρασίδι του.

βάζω την αλληλογραφία του σε μια τακτοποιημένη στοίβα
πάνω στην τραπεζαρία του.
είμαι ο ίδιος άνθρωπος άραγε που
πριν από 15 χρόνια
σχεδίαζε ν' ανατινάξει την πόλη του Λος Άντζελες;

κλειδώνω την πόρτα του.
βαδίζω στην είσοδο
στέκομαι
χασομεράω μια στιγμή
στο ηλιοβασίλεμα και σκέφτομαι,
υπάρχει ακόμα καιρός,
υπάρχει ακόμα καιρός για μια
επιστροφή.
ποτέ δεν ταίριαξα εξάλλου
μ' αυτούς τους άλλους.

βαδίζω στο πεζοδρόμιο
προς το σπίτι μου

προσέχοντας
να μην πατήσω
καμιά λακκούβα.
απόψε

πόσα από τα κύτταρα του εγκεφάλου μου δεν έχουν καταστραφεί από
το αλκοόλ
κι εγώ κάθομαι τώρα εδώ και πίνω
όλοι οι σύντροφοί μου στο ποτό πεθαμένοι,
ξύνω την κοιλιά μου και ονειρεύομαι το
άλμπατρος.
πίνω μόνος τώρα.
πίνω με τον εαυτό μου και για τον εαυτό μου.
πίνω για τη ζωή μου και για τον θάνατό μου.
η δίψα μου ακόμα δεν ικανοποιήθηκε.
ανάβω ένα τσιγάρο ακόμη, γυρίζω αργά
το μπουκάλι, το
θαυμάζω.
όμορφη παρέα.
χρόνια έτσι.
τι άλλο θα μπορούσα να είχα κάνει
και να το κάνω τόσο καλά;
έχω πιει περισσότερο από τους πρώτους
εκατό ανθρώπους που θα συναντήσεις
στον δρόμο
ή θα δεις στο τρελάδικο.
ξύνω την κοιλιά μου και ονειρεύομαι το
άλμπατρος.
ανήκω πια στους μεγαλύτερους πότες
των αιώνων.
με έχουν επιλέξει.
σταματάω τώρα, σηκώνω το μπουκάλι, καταπίνω μια
μεγάλη γουλιά.
μου είναι αδύνατον να σκεφτώ ότι
κάποιοι έχουν στ' αλήθεια σταματήσει και
γίνανε νηφάλιοι
πολίτες.
με στεναχωρεί.
είναι στεγνοί, βαρετοί, ασφαλείς.
ξύνω την κοιλιά μου και ονειρεύομαι το
άλμπατρος.
το δωμάτιο αυτό είναι γεμάτο από μένα κι εγώ είμαι
γεμάτος.
πίνω αυτό εδώ για όλους εσάς
και για μένα.
είναι περασμένα μεσάνυχτα τώρα κι ένας μοναχικός
σκύλος ουρλιάζει μες στη
νύχτα.
κι είμαι τόσο νέος όσο κι η φωτιά που ακόμα
καίει
τώρα.
ψυχρό καλοκαίρι

όχι όσο άσχημα θα μπορούσε
αρκετά άσχημα πάντως: μία μέσα μία έξω
απ' το νοσοκομείο, μία μέσα μία έξω από
το γραφείο του γιατρού, να κρέμομαι
από μια κλωστή: είναι σε ύφεση
τώρα, όχι, περίμενε, 2 καινούρια
κύτταρα εδώ, και τα αιμοπετάλιά
σου είναι πολύ χαμηλά.
μήπως έπινες πάλι;
θα πρέπει μάλλον να πάρουμε
άλλο ένα δείγμα νωτιαίου μυελού
αύριο.

ο γιατρός είναι απασχολημένος, η
αίθουσα αναμονής στο τμήμα
καρκίνου είναι φίσκα στον κόσμο.

οι νοσοκόμες είναι ευχάριστες,
αστειεύονται μαζί μου.
σκέφτομαι ότι αυτό είναι ωραίο, ν' αστειεύεσαι την ώρα
που βρίσκεσαι στη σκοτεινή
κοιλάδα του θανάτου.
η γυναίκα μου είναι μαζί μου.
λυπάμαι για τη γυναίκα μου, λυπάμαι
για όλες τις
γυναίκες.

ύστερα είμαστε κάτω
στο πάρκινγκ.
μερικές φορές οδηγεί αυτή.
μερικές φορές οδηγώ εγώ.
τώρα οδηγώ εγώ.
είναι ένα ψυχρό καλοκαίρι.
ίσως να πρέπει να κολυμπήσεις
λίγο όταν φτάσουμε στο σπίτι,
λέει
η γυναίκα μου.

η μέρα σήμερα είναι πιο ζεστή
απ' ό,τι συνήθως.

αμέ, λέω και κατευθύνομαι έξω
από το πάρκινγκ.

είναι γενναία γυναίκα, κάνει
σαν όλα να είναι
όπως συνήθως.
μα τώρα πρέπει να πληρώσω για όλα εκείνα
τα άσωτα χρόνια·
κι ήταν τόσα πολλά
από δαύτα.
ο λογαριασμός πρέπει πια να εξοφληθεί
και θα δεχθούν μόνο
μια τελική
πληρωμή.

έτσι κι αλλιώς πάντως μάλλον
θα κολυμπήσω λίγο.
         
 
το πρώτο ποίημα πάλι


64 μέρες και νύχτες σε αυτό
το μέρος, χημειοθεραπεία,
αντιβιοτικά, αίμα να τρέχει μες
στον καθετήρα.
λευχαιμία.
ποιος, εγώ;
στην ηλικία των 72 είχα αυτή την ηλίθια εντύπωση πως
απλώς θα πέθαινα γαλήνια στον ύπνο μου
αλλά
οι θεοί το θέλουν διαφορετικά.
κάθομαι μπροστά σ' αυτή τη μηχανή, διαλυμένος,
μισοπεθαμένος,
τη Μούσα γυρεύοντας ακόμη,
μα μόνο προσωρινά έχω επιστρέψει·
και τίποτα δεν μοιάζει να είναι ίδιο.
δεν ξαναγεννήθηκα, γυρεύω
μόνο
λίγες ακόμη μέρες, λίγες ακόμη νύχτες,
σαν
αυτήν
εδώ.
 

παρακαλώ

μες στη νύχτα τώρα να σκεφτόμαστε τα χρόνια και τις
γυναίκες που έφυγαν και χάθηκαν για πάντα
και να μη μας νοιάζει για τις γυναίκες που έφυγαν, και να μη μας νοιάζει καν για τα χρόνια
που χάθηκαν για πάντα
να μπορούσαμε
μόνο να βρούμε λίγη γαλήνη τώρα ένα χρόνο γαλήνης, ένα μήνα
γαλήνης, μια βδομάδα γαλήνης
όχι γαλήνη για τον κόσμο μόνο λίγη εγωιστική γαλήνη
για μένα
για να ξαπλώσω μέσα της σαν σε πράσινο ζεστό
νερό, μόνο λίγη, μόνο μια ώρα, λίγη
γαλήνη, ναι, μες στη νύχτα μες στη νύχτα καθώς σκεφτόμαστε
τα χρόνια που χάθηκαν και τις γυναίκες που έφυγαν μέσα σ' αυτή τη νύχτα
μέσα σ' αυτή την πολύ μακριά
σκοτεινή και μοναχική
νύχτα.

ΠΕΝΤΕ ΜΑΓΚΕΣ ΣΤΟΥ ΠΕΡΑΙΑ









Πέντε μάγκες στον Περαία
πέρναγαν απ' τον τεκέ
ένας είπε απ' την παρέα
πα να πιούμε ένα αργιλέ

Μπήκαν μέσα να φουμάρουν
φώναξαν τον τεκετζή
φτιάξε ένα αργιλέ αφράτο
με Περσίας τουμπεκί

Δύο τάλαρα τον δίνεις
τρία θα πληρώσουμε
αν η γκλάβα μας γεμίσει
θα σε προτιμήσουμε

Φούμαραν και ήταν τζούρα
φώναξαν τον τεκετζή
δεν κατάλαβαν μαστούρα
ήταν σκέτο τουμπεκί

Εσύ νόμιζες πως έχεις
τίποτα κορτάκηδες
ούτε πιτσιρίκια έχεις
μήτε και πρεζάκηδες

Πάμε 'κεί στου Κουνελάκη
έχω ζούλα ναργιλέ
πάμε μάγκες να τον πιούμε
να μην πάμε στον τεκέ

Εσύ νόμιζες πως έχεις
τίποτα κορτάκηδες
ούτε πιτσιρίκια έχεις
μήτε και πρεζάκηδες

Αν θα κλείσουν τους τεκέδες
Περαιά Κρεμυδαρού
τότε πια θα κουβαλάω
στην σπηλιά την κουρελού


Στίχοι: Γιάννης Εϊντζιρίδης, Γιοβάν Τσαούς
Μουσική: Γιάννης Εϊντζιρίδης, Γιοβάν Τσαούς