Πέμπτη 3 Ιανουαρίου 2013

«Tα αλαμπουρνέζικα ή η γλώσσα των σημερινών κουλτουριάρηδων» Από τη συζήτηση του Ντίνου Χριστιανόπουλου με τον Περικλή Σφυρίδη.


Α΄ Έκδοση: 1990, «Τα τραμάκια»
 

Κουλτουριάρηδες είναι οι διανοούμενοι που δίνουν μεγαλύτερη σημασία στη γνώση και την πληροφόρηση και λιγότερη στο αίσθημα και το βίωμα. Ότι έμαθαν ή δεν έμαθαν έχει γι’ αυτούς μεγαλύτερη αξία από τη σκέψη. Κουλτουριάρηδες βρίσκονται σ’ όλες τις εποχές. Στην αρχαία Ελλάδα τους κοροϊδεύει πολύ άσχημα ο Αριστοφάνης επειδή χρησιμοποιούσαν πάντα καινούριες και παράξενες λέξεις για να ξιπάσουν τον κόσμο. Και οι σοφιστές ήταν ένα είδος κουλτουριάρηδων της εποχής τους, γιατί έδωσαν πολλή σημασία στη γνώση και όχι στη σωστή κρίση. Αλλά και παλαιότερα όταν λέγαμε «οι διανοούμενοι» ή «οι άνθρωποι των γραμμάτων» νιώθαμε κάτι σαν δυσφορία και ενόχληση, γιατί καταλαβαίναμε ότι αυτοί οι άνθρωποι είχαν ξεφύγει πολύ από τη ζωή εν ονόματι δήθεν της τέχνης. Αυτοί νομίζανε ότι, επειδή ήτανε άνθρωποι των γραμμάτων, έπρεπε να μιλούν με ειδικό λεξιλόγιο, να καταλαβαίνονται μεταξύ τους, κι ας μην τους καταλαβαίνουν οι άλλοι. Σε τελική ανάλυση, οι κουλτουριάρηδες είναι ψευτομορφωμένοι. Μόνο ένας ψευτομορφωμένος μπορεί να χρησιμοποιεί λεξιλόγιο που ξιπάζει και ξαφνιάζει, ή να μεταχειρίζεται ωραίες λέξεις και φράσεις για να κάνει εντύπωση, ενώ καταβάθος δεν κατέχει τη γλώσσα και δεν την χρησιμοποιεί σωστά.
Αυτό που σήμερα αποκαλούμε γλώσσα των κουλτουριάρηδων, είναι ένα κουρκούτι από νεόκοπες λέξεις, από ξένες αμετάφραστες λέξεις και από λέξεις παρμένες από διάφορες επιστήμες, λ.χ. «η μεταστοιχείωση της ντεμί νομενκλατούρας». Μ’ ένα τέτοιο κουρκούτι στο τέλος δε βγάζουν νόημα ούτε αυτοί, ούτε φυσικά κι εμείς. Ας πάρουμε για παράδειγμα τη λέξη «δομή» που αναφέρεται στον χώρο, ενώ η λέξη «διαδικασία» αναφέρεται στον χρόνο. Τι θα λέγατε όμως αν ξαφνικά διαβάζατε «δομικές διαδικασίες» ή «διαδικαστικές δομές»; Ρωτήθηκαν κάποιοι να τις εξηγήσουν, μα δεν μπόρεσε κανείς. Γιατί όπως καταλαβαίνετε, πρόκειται για μπαρούφες. Τι μπορεί λοιπόν να σημαίνουν οι δύο αυτές φράσεις, όταν στην καθεμία το επίθετο αναιρεί το ουσιαστικό; Αλλά τι θα λέγατε αν αυτή η φράση γινόταν ολόκληρη πρόταση; Διαβάστε λοιπόν: «Όταν οι δομικές διαδικασίες λειτουργούν ανασταλτικά μέσα στον χώρο του μεταμοντέρνου…». Τι να πρωτοσχολιάσει κανείς σ’ αυτή τη φράση; Πρώτα πρώτα πόσοι ξέρουν τον όρο «μεταμοντέρνο»; Κι έπειτα, τι ακριβώς συμβαίνει μέσα στον χώρο του «μεταμοντέρνου», εάν λειτουργήσουν ή δε λειτουργήσουν οι «δομικές διαδικασίες»; Αυτά είναι ακατανόητα και γι’ αυτόν που τα γράφει και γι’ αυτόν που τα διαβάζει. Είναι αλαμπουρνέζικα. Και σκεφτείτε ότι σαν κι αυτή τη φράση υπάρχουν χιλιάδες, που επαληθεύουν τα τρία χαρακτηριστικά των κουλτουριάρηδων: Πρώτον ότι δεν γνωρίζουν καλά τις λέξεις και τις έννοιές τους (κάποιος έγραφε τη λέξη «ενδιαίτημα» και εννούσε «ένδυμα»!), δεύτερον θέλουν να ξιπάσουν τους άλλους με διάφορες ακαταλαβίστικες λέξεις και τρίτον, δεν έχουν χωνέψει καλά αυτό που λένε. Χώρια που δεν τα καταφέρνουν ούτε και με το συντακτικό και μπερδεύονται. Βέβαια το μπέρδεμα υπάρχει πρώτα στο μυαλό. Πάντως μ’ αυτά και μ’ αυτά, καταφέρνουν να κομπλεξάρουν πολλούς, και καμιά φορά όλους, ενώ συντελούν στο να πάει η γλώσσα μας κατά διαόλου.
θα μπορούσε να αναρωτηθεί κάποιος, ότι αφού αποδεχόμαστε την ερμητική γραφή ορισμένων ποιητών, γιατί να μην αποδεχτούμε και τον δυσνόητο τρόπο γραφής των κουλτουριάρηδων; Από μία άποψη, κι ο ποιητής θα έπρεπε, οποιαδήποτε τεχνοτροπία κι αν ακολουθεί, να γράφει κατά τρόπο κατανοητό, για να μπορεί ο αναγνώστης να τον καταλαβαίνει. Γιατί, τι να την κάνουμε την οποιαδήποτε ποίηση, όταν έχει κοπεί η γέφυρα της επικοινωνίας; Τι να τα κάνουμε τα ερμητικά ποιήματα, όταν δεν τα καταλαβαίνει κανείς; Κι αφού δεν μας λένε τίποτε, πως είναι δυνατόν να μας συγκινήσουν; Βέβαια ο ποιητής έχει τη δικαιολογία ότι γράφει για να εκφράσει τον εαυτό του, αν και πάλι θα μπορούσε να πει κανείς ότι ένας ποιητής που εκφράζεται ερήμην του αναγνώστη, τι σόι ποιητής είναι; Και αν ο σουρεαλισμός στην πρώτη φράση το παραξύλωσε, τι να πούμε για τους σημερινούς σουρεαλιστές της αρπακόλας, που γράφουν ότι τους κατέβει; Πάντως ο στοχαστής, επειδή δεν έχει καν τη δικαιολογία της έμπνευσης κι επειδή ο στόχος του είναι η συζήτηση με τον αναγνώστη, δεν θα έπρεπε να είναι ακαταλόγιστος σαν τους μοντέρνους ποιητές.
Κάποιοι ισχυρίζονται πως έτσι εμπλουτίζεται η γλώσσα μας, ενώ η απλότητα και η σαφήνεια διατηρούν τη γλώσσα στάσιμη. Αν όμως ο εμπλουτισμός της γλώσσας, γίνεται αιτία για να θριαμβεύσει η ακατανοησία, μήπως θα έπρεπε να προτιμήσουμε κάποιες φυλές τις Αφρικής που συνεννοούνται μόνο με τριακόσιες λέξεις;
Η αιτία του φαινομένου αυτού, οφείλεται όχι μόνο στην ημιμάθεια των περισσότερων κουλτουριάρηδων αλλά και στον εγωισμό τους. Δε θα μπορέσουν ποτέ οι άνθρωποι αυτοί να ακούνε περισσότερο απ’ όσο μιλάνε, να σκέφτονται περισσότερο απ’ όσο γράφουν, και να περνούν κάθε πληροφορία από το κόσκινο της κρίσης. Για να συμβεί αυτό θα πρέπει να είναι ταπεινός, να μη νομίζει πως αυτός τα ξέρει όλα και κανείς άλλος. Να μη λέει διαρκώς «εγώ νομίζω», «εγώ πιστεύω», «έχω τη γνώμη», και τα συναφή.Μέσα σ’ αυτό το βραχυκύκλωμα ημιμάθειας και εγωισμού, χωρούνε αριστεροί και δεξιοί, εφημερίδες και τηλεόραση, και ορθόδοξοι και νεο-ορθόδοξοι. Κάποτε ένας κομμουνιστής πιπίλιζε τον Μαρξ και τελικά αποδείχτηκε πως δεν είχε διαβάσει ούτε μια σελίδα από το «Κεφάλαιο». Και πόσοι χριστιανοί δεν έχουν μεσάνυχτα από το ευαγγέλιο; Κι αφήστε εκείνους που δεν διαβάζουν λογοτεχνία, αλλά μόνο τις βιβλιοπαρουσιάσεις, κι έτσι είναι σαν να τα έχουν διαβάσει όλα!
Ας αφήσουμε όμως την πολλή θεωρία κι ας δούμε ένα παράδειγμα κουλτουριάρη. Ας δούμε λ.χ. ένα τεχνοκριτικό σημείωμα που αναφέρεται στη ζωγραφική ενός σπουδαίου καλλιτέχνη. Απολαύστε λοιπόν κριτική ζωγραφικής:

«Η χρονικότητα -στον τάδε ζωγράφο- είναι ψευδαίσθηση, απάτη, διάσπαση, εξαλλαγή, διαστολή υποκειμένου και αντικειμένου, κατακερματισμός και αλλοτρίωση, γι’ αυτό κύριο μέλημά του είναι να την εξοστρακίσει αναζητώντας την πρωτογένεια μιας νέας ονοματοθεσίας, μιας ιδιωματικής μορφής, που θα του επιτρέψει την αναδόμηση (βάι, βάι, βάι, κι εδώ αναδόμηση), ενός κόσμου όπου μέσα του, ερωτικά συγκλίνουν τα πάντα, ικανοποιούνται, αποκαθίσταται».

Καταλάβατε τίποτα ή νιώθετε ανεπαρκείς; Το πιο πιθανό είναι να μην καταλάβατε τίποτα, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι είστε ανεπαρκείς. Ανεπαρκείς είναι αυτοί που γράφουν τέτοια πράγματα. Αλλά ας αρχίσουμε το ψείρισμα. Πρόκειται ουσιαστικά για μία και μόνη πρόταση. Στην αρχή δίνει την εντύπωση, πως αν το διαβάσεις προσεκτικά, θα βγάλεις κάποιο νόημα. Γελιέσαι, γιατί όσο προχωράς, ακόμη κι εκείνο που υποτίθεται κατάλαβες στην αρχή, ξεχνιέται. Η «χρονικότητα» λοιπόν για τον ζωγράφο μας, είναι «ψευδαίσθηση». Λογικά, η χρονικότητα πρέπει να έχει σχέση με την έννοια του χρόνου. Τώρα πως ο χρόνος γίνεται χρονικότητα, αυτό είναι ένα από τα μυστήρια των κουλτουριάρηδων. Εδώ έχουμε ένα συγκεκριμένο έργο, ζωγραφιές, υλικά, τεχνοτροπίες, και μόνο στη χρονικότητα βρήκες να σκαλώσεις; Έστω. Ο χρόνος λοιπόν για τον ζωγράφο μας είναι «ψευδαίσθηση». Είναι όμως και «απάτη». Πως μπορούν αυτά τα δύο να σταθούν πλάι πλάι; Δηλαδή, αν ο χρόνος τον εξαπατά, τότε πως μπορεί ο χρόνος να είναι ψευδαίσθηση; Ακολουθεί η «διάσπαση». Ο χρόνος δηλαδή, πρώτα τον εξαπατάει και τον κοροϊδεύει και ύστερα τον αναγκάζει να διασπαστεί; Και ποιο είναι το υποκείμενο; Διασπάται ο ζωγράφος ή ο ίδιος ο χρόνος είναι διασπασμένος; Τι από τα δύο συμβαίνει; Ακολουθεί η «εξαλλαγή». Τι σημαίνει εξαλλαγή; Είναι ιατρικός όρος που σημαίνει την μεταβολή των καλοηθών νεοπλασμάτων σε κακοήθη. Δηλαδή ο χρόνος είναι καρκίνος; Καλό κι αυτό: Αμ τότε πως ο καρκίνος είναι ψευδαίσθηση; Παρακάτω γράφει: «διαστολή υποκειμένου και αντικειμένου». Η φράση ταιριάζει σε φιλοσοφική πραγματεία, όχι σε τεχνοκριτικό σημείωμα. Το κάθε ουσιαστικό απ’ αυτά που είδαμε ως τώρα δεν ταιριάζει με το διπλανό του, αλλά το ένα αναιρεί το άλλο. Προχωρώντας, διαβάζουμε «κατακερματισμός και αλλοτρίωση». Ενώ η προηγούμενη φρασούλα «διαστολή υποκειμένου και αντικειμένου», είναι παρμένη από την φιλοσοφία, το «κατακερματισμός και αλλοτρίωση» ανήκει στο σύγχρονο λεξιλόγιο των κουλτουριάρηδων.
Συνοψίζοντας: Η χρονικότητα του τάδε ζωγράφου είναι 1) ψευδαίσθηση, 2) απάτη, 3) διάσπαση, 4) εξαλλαγή, 5) διαστολή υποκειμένου και αντικειμένου, 6) κατακερματισμός, 7) αλλοτρίωση.
Κατάλαβε φαίνεται η συγγραφέας ότι μας μπούκωσε αρκετά και σταμάτησε εδώ τον κατάλογο, για να προχωρήσει σε κάποιες επεξηγήσεις: «γι’ αυτό κύριο μέλημά του είναι να την εξοστρακίσει». Το «την» αναφέρεται βέβαια στην χρονικότητα, θα μπορούσε όμως ν’ αναφέρεται και σε οποιοδήποτε ουσιαστικό θηλυκού γένους που αναφέρθηκε πιο πάνω, όπως την ψευδαίσθηση, την απάτη, την εξαλλαγή. Καταλαβαίνετε λοιπόν τι σύγχυση δημιουργείται όταν κάποιος δεν ελέγχει τα λόγια του; Θέλει να πει ότι ο ζωγράφος προσπαθεί να βγάλει τον χρόνο έξω από το έργο του και για να το πει αυτό αυτό, μας αράδιασε του κόσμου τα αφηρημένα ουσιαστικά. Πως όμως θα το κάνει αυτό (να εξοστρακίσει τη χρονικότητα); «Αναζητώντας την πρωτογένεια μιας νέας ονοματοθεσίας». Τι σημαίνει άραγε η λέξη «πρωτογένεια»; Μήπως θα πει το πρώτο γένος; Η πρώτη γέννηση; Η πρώτη φάση της ζωής του ανθρώπου; Αλλά εκείνο που είναι για γέλια, είναι η «νέα ονοματοθεσία». Τι θέλει να πει η ποιήτρια, ότι να εξοστρακίσει ο ζωγράφος τον χρόνο από τους πίνακές του, δίνει νέα ονομασία στα πράγματα; Γιατί μιλούμε βέβαια, για ζωγράφο. Και στη ζωγραφική, τι πάει να πει «ονοματοθεσία»; Και ποια είναι η νέα ονοματοθεσία και τι σχέση έχει με την πρωτογένεια, με τη διάσπαση του χρόνου και μ’ όλα τ’ άλλα που μας είπε παραπάνω;
Και δεν σταματά εδώ, αλλά συνεχίζει: Μέλημα του ζωγράφου είναι να εξοστρακίσει τη χρονικότητα, αναζητώντας, εκτός από την πρωτογένεια μιας νέας ονοματοθεσίας, και την πρωτογένεια μιας «ιδιωματικής γραφής». Αυτό το τελευταίο, παραδόξως φαίνεται κάπως κατανοητό. Υποθετικά πάντα, η ιδιωματική μορφή, είναι μια δική του τεχνοτροπία που αποδίδει το δικό του πρόσωπο ή έστω το ιδίωμα. Κι αυτό το απλό πράγμα, δηλαδή το να βρει ο ζωγράφος το προσωπικό του ύφος, το κάνει μόνο και μόνο για να εξοστρακίσει τον χρόνο; Μυστήρια πράγματα συμβαίνουν στον χώρο της τέχνης κι ακόμα πιο μυστήρια στον χώρο της κριτικής…
Προσέξτε όμως να δείτε, ότι αυτή η ιδιωματική μορφή θα εκκολάψει στην τεχνοκριτικό, πολλά πράγματα παρακάτω:
«…μιας ιδιωματικής μορφής, που θα του επιτρέψει την αναδόμηση, ενός κόσμου όπου μέσα του, ερωτικά συγκλίνουν τα πάντα, ικανοποιούνται, αποκαθίσταται».

Εδώ μπαίνει και το ερωτικό στοιχείο. Έτσι, πρωτού τελειώσει το τεχνοκριτικό σημείωμα της κυρίας αυτής, εμείς θα έχουμε γνωρίσει και το πρόβλημα του έρωτα του καλλιτέχνη μας. Αν καταλάβαμε λοιπόν σωστά, ο ζωγράφος προσπαθεί να εξοστρακίσει τον χρόνο, που είναι ένα σωρό πράγματα -αυτά τα περνάμε στο ντούκου- κι αυτό το κάνει αναζητώντας την προσωπική του έκφραση για να ξαναδημιουργήσει (η αναδόμηση που λέγαμε) τον κόσμο και να πετύχει και στον έρωτα, θαρρείς πως ο έρωτας δεν έχει σχέση με τον χρόνο. Βλέπετε λοιπόν, ότι αυτή κουλτουριάρα, με το να θέλει να πει πολλά, τελικά δεν λέει τίποτα;
Το «αφιέρωμα» στα αλαμπουρνέζικα των κουλτουριάρηδων, θα κλείσει με ένα ακόμα μικρό δείγμα της «κουλτούρας» τους. Δεν θα γίνει κάποια ανάλυση, όπως στο προηγούμενο κείμενο. Πάρτε το ως «άσκηση» για το σπίτι και πέστε και σε μας τι καταλάβατε:

«Ο ελλαδικός άνθρωπος στην Ορθοδοξία διατυπώνει τον αρνητικό του νόστο ως «ζώο θεούμενο», μέσα από τον διάλογο του Εγώ του με το Άλλο, ως Ανταρσία ενάντια σε ένα Είναι δίχως Πρόσωπο, αφηγείται το καθολικό του βίωμα, τη διαδικασία ενσάρκωσης στο Εγώ του, την πρόσκτηση, με ενοποιό τον εαυτό του, του διάχυτου και απρόσωπου ως την έλευση του γίγνεσθαι που μετουσιώνεται τώρα, μέσα από την ιστορία του, την διάρκεια της Πράξης του, στο Εσύ και το Εμείς του Εκκαθολικευόμενου Εγώ του…
Ο χριστιανικός άνθρωπος εγκολπώνει το Άλλο στο εκκαθολικευμένο του Εγώ, στο Εσύ και στο Εμείς, «ζωντανό σώμα του Θεού», εκκλησία του. Το Άλλο γίνεται έτσι Εσύ για να θριαμβεύσει ως Εμείς μέσα σε ένα Εγώ μεγαλωμένο δυνάμει στο άπειρο, Έρωτας ως Πράξη του Εσύ έξω από τον Καιρό, και ιστορία ως Πράξη του Εμείς, ενσαρκωμένος Καιρός, συμπίπτουν σε μια δισυπόστατη υφή ενός γίγνεσθαι που εκφράζεται στο Πρόσωπο, στην Παρουσία του Ανθρώπου ως ερωτικής σχέσεως, ως αγαπητικής πράξης».
(Περιοδικό «Αντί», αρ. 239, σελ. 20-21, 1983)

Κείμενα σαν τα παραπάνω, δίνουν το κακό παράδειγμα στη χρήση της γλώσσας, στους νέους που τα διαβάζουν. Η νεότερη γενιά που ψευτομορφώνεται με τέτοια κείμενα, θα γράφει ακόμα χειρότερα και οι παρατηρήσεις της θα είναι και χειρότερες και πιο γελοίες. Ο Στρατής Δούκας έλεγε χαρακτηριστικά, ότι με την λογοτεχνία σήμερα ασχολούνται αποκλειστικά οι άνθρωποι που δεν έχουν ιδέα από γλώσσα. Τα κακά επομένως είναι δύο:
1) Η διαφθορά των νέων που θα εκφράζονται χειρότερα στο μέλλον.
2) Η διαφθορά της ίδιας της γλώσσας που κι αυτή θα γίνει θολή και νερόβραστη.

Παλαιότερα, κάποιος καθηγητής γλωσσολογίας έλεγε: «Μακριά από τους μορφωμένους!» κι αυτό που έλεγε εκείνος ο αγαθός άνθρωπος, ισχύει εκατό φορές περισσότερο για τους σύγχρονους κουλτουριάρηδες που ούτε τη γλώσσα ξέρουν και ούτε έχουν οργανωμένη σκέψη.
Για όσους συναισθάνονται αυτή την εξαχρείωση της γλώσσας και θλίβονται κατάκαρδα για όλη αυτή την κατάντια, η λύση είναι μία: Να προσέχουμε πολύ τα λόγια μας κι ακόμα περισσότερο τα γραπτά μας. Κάθε τι που λέμε να το σκεφτόμαστε, και προπάντων πρέπει να γράφουμε κατανοητά. Και για να γίνει αυτό, πρέπει να διαβάζουμε κλασικά κείμενα της λογοτεχνίας μας, που έχουν σωστή και ζωντανή γλώσσα κι επίσης να στήνουμε αυτί στις κουβέντες του λαού. Ο Σολωμός πήγαινε στις ταβέρνες της Κέρκυρας για ν’ ακούσει πρόσφυγες από την Κρήτη που τραγουδούσαν μαντινάδες. Ο Καβάφης πήγαινε στα καφενεία και τα φαρμακεία της ελληνικής παροικίας της Αλεξάνδρειας κι έστηνε αυτί για να τσακώσει καμιά ζωντανή ελληνική φράση. Ενώ εμείς, σήμερα διαμορφώνουμε τη γλώσσα μας από τις εφημερίδες, το ραδιόφωνο και την τηλεόραση, και χώρια που δεν μας μένει καιρός ούτε να σκεφτούμε, ούτε να χωνέψουμε αυτά που βλέπουμε κι ακούμε. Πάντως, ούτε το να στήνουμε αυτί αρκεί. Χρειάζεται και κάτι ακόμα: Να ασκούμαστε στο γράψιμο. Και η άσκηση γραφής, κρατάει μια ζωή…

Κυριακή 30 Δεκεμβρίου 2012

Ζούμε τη βαρβαρότητα.









Tρία κλίκ αριστερά 1978

Μισθωτή εργασία-κεφάλαιο
ο ιμπεριαλισμός ανώτατο στάδιο του καπιταλισμού
η προδομένη επανάσταση
α, ρε σύντροφε πόσο μας λείπεις...
Ο καιρός σκουλήκιασε
πυρηνικές δοκιμές, λαϊκά μέτωπα, μπορντέλα
(πάει και η Πορτογαλία)
υπερπαραγωγές των καθολικών και της μαφίας
γίνανε πολυεθνικές, δεν μας αφήνουν ν'αγαπήσουμε
σύντροφε.
Χαφιέδες ανεβαίνουν τα σκαλιά μας
σκυλιά στα γήπεδα, μπορούν όποτε γουστάρουν
να μας κατεβάσουν το βρακί να μας πηδήξουν
ειρηνική συνύπαρξη και σοσιαλισμός σε μιά χώρα
α, ρε σύντροφε νά'ξερες τι βαρύ φορτίο κουβαλάμε...
Οι δίκες της Μόσχας, κανένας δεν άντεξε
έμεινες ολομόναχος
κι ο κόσμος ήτανε κουρασμένος, κει πάνω χτυπήσανε.
Τα ξέρεις, τι να σου πω.
Κι έπειτα συνεργαστήκανε. Τα ξέρεις, τι να σου πω.
Στην Κίνα, Γενάρης του 77, σφάζουν εργάτες,
κι αυτό φτάνει εδώ σαν ποίημα του Μάο
(τα πρόσωπα πάλι λένε φταίνε) α, ρε σύντροφε
γιατί δεν πρόσεχες πιό πολύ;
Εδώ τα ίδια. Κρύβονται στο καβούκι τους οι άνθρωποι.
Τα ΚΚ είναι 2 και χιλιάδες οι ερμαφρόδιτοι «επαναστάτες».
Έτσι και λίγο φανείς μπόσικος, πέρασες απέναντι.
Μη νοιάζεσαι όμως. Θα τα καταφέρουμε.
Μόνο να, καμμιά φορά κουράζομαι εγώ,
δεν έχω και δουλειά, με πιάνει το παράπονο καληώρα,
κι είναι τότε που λείπεις πιο πολύ,
τότε που σε «μαλώνω» γιατί δεν πρόσεχες
και που δεν ντρέπομαι να κλάψω
και να γράφω ποιήματα
σύντροφε που δεν πρόδωσες
ζούμε τη βαρβαρότητα.

Τετάρτη 5 Δεκεμβρίου 2012

Συνέντευξη - Κατερίνα Γώγου «Ελευθεροτυπία 24-5-1988»






«Ο μήνας των παγωμένων σταφυλιών» (Εκδόσεις «Καστανιώτη»)

Μακρύς ο τίτλος, βραχύ το περιεχόμενο, λευκές οι αριστερές σελίδες. Η Κατερίνα με νέο πρόσωπο – και στο γραφτό της και στην εμφάνιση της. Με λίγο περισσότερο βάρος, με τις έγνοιες της, με «τα πάνω και τα κάτω» της. Έτοιμη να γελάσει, αλλά και να κλάψει. Με την έγνοια να γίνει γνωστό το «παρών» που δίνει με το νέο της βιβλίο, αλλά και, άβολη με τη δημοσιότητα, να προσπαθεί να καταλάβει αν κάνουμε συνέντευξη ή φιλική κουβέντα – δύο περίπου χρόνια αφ’ ότου τα είχαμε πει.

Τι έγινε από τότε;
Αυτά είναι δικά μας…

Μου είχες πει τότε, ότι το να γράφεις και να βγάζεις ένα βιβλίο είναι για σένα μια κίνηση αναγκαιότητας, για να μην τρελαθείς, για να μην αυτοκτονήσεις.
Είναι και κάτι άλλο. Εκτίθεσαι. Βγάζεις την ψυχή σου στο φως. Και υπάρχουν κι αυτοί που βλέπουν κι αλληθωρίζουν. Γι αυτό λέω ότι υπάρχει και η διαπόμπευση.

Δεν είμαστε έτσι κι αλλιώς εκτεθειμένοι;
Έτσι κι αλλιώς. Μόνο που τα γραφτά μένουν.

Έλεγες ακόμη, ότι σου συνέβησαν κάποια πράγματα που σε καθιστούσαν ανασφαλή. Αισθάνεσαι το ίδιο;
Όχι, νομίζω ότι έχω μεγαλώσει, και το μεγαλώνω σημαίνει ότι χρειάζομαι όλο και λιγότερα. Για μένα…

Και είναι καλό αυτό;
Ναι, όσο λιγότερα χρειάζεσαι, τόσο αποδεσμεύεσαι από τις ανασφάλειες σου.

Το νέο σου βιβλίο παρουσιάζει μια αντίφαση: μεγάλος τίτλος, λιτό, επιγραμματικό σχεδόν, το περιεχόμενο.
Αν διάβασες το βιβλίο, ο τίτλος είναι μέσα.

Πως έφτασες σ’ αυτή την αφαίρεση;
Ήταν η πρώτη φορά που έγραφα χωρίς ν’ αλλάζω τίποτα. Δεν διέγραψα, ούτε διόρθωσα τίποτα.

Αυτό είναι μια κατάκτηση.
Δε μπορώ να ξέρω εγώ.

Θα ‘λεγε κανείς πως είναι μια λακωνική αυτοβιογραφία.
Ένα κομμάτι. Ένα ποιητικό ανηφορικό οδοιπορικό και εύχομαι να τελειώσει εδώ αυτός ο κύκλος, να ‘χω να πω χαρούμενα πράγματα. Γιατί η ζωή έχει γίνει σαν κινούμενη άμμος. Θα ‘θελα να γράψω ένα βιβλίο που να δίνει χαρά, δύναμη και καλή ενέργεια.

Ήταν τόσο άσχημα αυτά τα δύο χρόνια;
Ναι…

«Προκάλεσα με πάθος τη ζωή» λες σε κάποιο στίχο. Πως την προκάλεσες;
Έπαιζα μαζί της. Κι άμα παίζεις με τη ζωή, παίζεις και με το θάνατο - αν και νομίζω ότι το βιβλίο είναι πιο καθαρό από το λόγο μου. Κάπου λέει: «Λόγος τραυλίζων, ψυχή πάσχουσα».

Τώρα παίζεις με την ζωή;
Νομίζω παίζει αυτή μαζί μου και ίσως να προσπαθεί να μου μάθει κάτι που δεν το έμαθα και τώρα με παιδεύει, με την έννοια της γνώσης, της πραγματικής γνώσης.

Αλλά αυτή θέλει το χρόνο της για να κατακτηθεί.
Ναι, κι εγώ νομίζω ότι άργησα.

Ο θάνατος σε απασχολεί;
Ναι, πάντα. Είναι αυτό που δεν ξέρω και θέλω να μάθω.

Μόνο που το μαθαίνεις μια και καλή.
Ναι…

Κάπου αλλού λες: «Δέντρο ήμουνα κι έσπασα. Μου σπάσαν όλα τα κλαδιά». Απελπιστικό είναι.
Αλήθεια είναι. Και την αλήθεια όταν την ονοματίζεις παύει να είναι απελπιστική. Είναι σαν να ξορκίζεις το κακό. Αυτό που λες εσύ απελπισία, για μένα ήταν απελευθέρωση. Δε θα μπορούσα τώρα να γράψω το «Τρία κλικ αριστερά».

Γιατί;
Το «Κλικ» ήταν σε μια εποχή οριακή, αγωνιστική, επαναστατική. Υπήρχε μια έξαρση, όλοι πιστεύαμε τότε ότι μπορούμε, και καλά κάναμε δηλαδή και το πιστεύαμε. Κι εγώ πιστεύω τώρα με την ίδια δύναμη, αλλά αλλιώς, κι έχω τις ίδιες ηθικές αξίες μέσα μου. Δηλαδή όπως σ’ ένα στίχο εκεί που λέω «Στάθηκα στη σιωπή να ακούσω τη σιωπή μου». Πρέπει να το κάνουμε όλοι μας… Με βάζεις τώρα να κάνω τη δασκάλα, που τάχα τα ξέρει όλα… Αν πάντως πιστεύουνε κάποιοι ότι μ’ αυτό το βιβλίο έσπασα και δεν είμαι ο βράχος που θα ήθελαν, ίσως… Τώρα μπορώ περισσότερα. Τώρα μπορώ πολύ πιο καθαρά να αγαπήσω τον άνθρωπο. Τώρα είμαι πιο καθαρή όταν λέω εμείς…

Το βιβλίο τελειώνει με τις λέξεις «Μια μέρα λοιπόν…», που είναι σαν μια ανάσα, έτοιμη να πεις κάτι άλλο. Έτσι είναι;
Αφήνω να πει ο καθένας το δικό του. Γι αυτό έχω λευκές κόλλες, για να μπορούν να ζωγραφίσουν, να γράψουν κάτι δικό τους. Είναι λίγο σαν τετράδιο έτσι το ήθελα.

Έχεις διάθεση να ξαναγράψεις;
Κάθε φορά που βγάζω ένα βιβλίο νομίζω ότι είναι το τελευταίο, και όταν πίνω σκίζω τα βιβλία μου. Έπειτα μου ξανάρχεται η διάθεση…

Οπότε, γράφοντας ή όχι, τι θέλει να κάνει η Κατερίνα;
Δε ξέρει… Η Κατερίνα θέλει να κάνει ταινίες, να παίξει ξανά θέατρο. Η Κατερίνα θέλει να ερωτευτεί, θέλει να ζήσει, θέλει τους φίλους της πίσω…

ΔΗΜ. ΓΙΩΝΗΣ

Δευτέρα 3 Δεκεμβρίου 2012

Philip Larkin








Εκκλησιασμός 

Εχοντας πρώτα βεβαιωθεί, ούτε ψυχή,
Αφήνω πίσω μου την πόρτα να βροντήσει.
Ακόμη ένας ναός: πέτρα, στασίδια και χαλιά,
Συνόψεις˙ σκόρπια λουλούδια από την Κυριακή,
Τώρα πια σ' αποσύνθεση˙ στην άκρη του ιερού
Μπρούτζινα κι άλλα σκεύη˙ οι αυλοί του οργάνου στη γωνιά˙
Και μια σιωπή, βαριά, υγρή απ' τη μούχλα του καιρού.
Τις πιάστρες σκύβω του ποδήλατου να βγάλω:
Ετσι αδέξιος κι ασκεπής, τα σέβη μου υποβάλλω.

Περνώ πιο μέσα, την κολυμβήθρα ψηλαφώ.
Από δω κάτω, η οροφή σχεδόν καινούργια μοιάζει˙
Να την αναπαλαίωσαν τάχα; το αγνοώ.
Στο αναλόγιο ανεβαίνω, διακρίνω
Στίχους μακρόσυρτους εκεί, όλο απειλές˙ με τρόπο
άθελα μεγαλόφωνο "τετέλεσται" προφέρω.
Ο αντίλαλός μου μια στιγμή καγχάζει.
Βγαίνοντας υπογράφω, ένα κέρμα αφήνω,
Η στάση σκέφτομαι δεν άξιζε τον κόπο.

Την έκανα όμως: την κάνω μάλιστα συχνά,
Και πάντα καταλήγω σαστισμένος όπως τώρα
Ν' αναρωτιέμαι τι ζητάω εντέλει˙ ή πάλι,
Οταν θα πέσουν οι εκκλησίες σ' αχρησία
Τι θ' απογίνουν. Μήπως κλειδώσουν πουθενά
Τους κώδικες, τους δίσκους, τ' αρτοφόρια,
Κρατήσουν για εκθετήριο καμμία καθεδράλη
Και όλα τ' άλλα αφεθούν στ' αγρίμια και τη μπόρα;
Να φέρνουν, θα νομίζουμε τότε, κακοτυχία;

Ή μήπως κάτι αλλόκοτες γυναίκες κάθε βράδυ
Θα φέρνουν το παιδί τους για ν' αγγίξει
Μια κάποια πέτρα˙ ή για να βρει βοτάνια˙ ή για να δει
Πώς περπατάει ένας νεκρός μες στο σκοτάδι;
Ενα όποιο δέος όσο να 'ναι θα σωθεί
Σαν γρίφος, σαν παιχνίδι, θα χρεώνεται στην τύχη˙
Μα η δεισιδαιμονία, όπως η πίστη, θα πεθάνει,
Και τι θα μείνει όταν κι η απιστία θα λήξει;
Οι βάτοι, η χλόη, οι πλάκες, ο ουρανός, οι τοίχοι,

Μια σκιά, κάθε βδομάδα πιο θαμπή, ολοένα
Ενας σκοπός πιο σκοτεινός. Αναρωτιέμαι ποιος
Θα είν' ο έσχατος που θα 'ρθει να τρυπώσει
Εδώ προϊδεασμένος; Μήπως κανείς σχολαστικός
Χαρτογιακάς που ξέρει τι θα πει "υπερώον";
Κανείς ερειπιοπότης ίσως, παλαβός γι' αρχαία,
Ή χριστουγεννομανής που πάει να μαστουρώσει
Με μυροδόχες και μ' αυλούς και μίτρες αρχιερέα;
Ή μήπως θα είναι κάποιος σαν εμένα,

Bαριεστημένος κι αδαής, εν γνώσει ωστόσο
Οτι ο πηλός του πνεύματος τρίφτηκε κι έμεινε άμμος;
Και που αν θα κάνει απ' τα προάστια δρόμο τόσο,
Είναι επειδή για αιώνες έζησαν εδώ αρμονικά
Οσα έκτοτε τελούν σε χωρισμό - γέννηση, γάμος,
Ο θάνατος, οι σκέψεις μας γι' αυτά - για όσα ειδικά
Χτίστηκε αυτό το κέλυφος; Γιατί ιδέα δεν έχω
τι αξίζει ο επιπλωμένος τούτος στάβλος, ο σαπρός.
Μ' αρέσει όμως να στέκομαι εδώ μέσα σιωπηλός˙

Είναι ένας οίκος σοβαρός σε τόπο σοβαρό,
Η ατμόσφαιρά του συγκαλεί κάθε μας φόβο,
Τον κάνει οικείο, με μανδύα μοιραίο τον ντύνει.
Κι αυτό είν' αδύνατο, όχι, ν' απαρχαιωθεί˙
Πάντοτε μ' έκπληξη κανείς θ' αναρριγεί
Εμπρός στην πείνα μέσα του πιο σοβαρός να γίνει,
Κι εκείνη θα τον οδηγεί πάντα στον τόπο αυτό
Που κάποτε, άκουσε να λεν, ανάσταινε σοφούς,
Εστω και γιατί μέσα του κρύβει τόσους νεκρούς.



Εωθινό

Ολη τη μέρα στη δουλειά, τα βράδια πίνω.
Ξυπνώ στις τέσσερις μες στ' άηχο σκοτάδι.
Κοιτώ τα στόρια αντίκρυ μου προσμένοντας το φως.
Ώς τότε αυτόν που είναι πάντα εκεί διακρίνω:
μια μέρα ακόμη πιο κοντά, κι άοκνο, τον Αδη
κάθε μου σκέψη ν' ακυρώνει έξω απ' το πώς
το πού, το πότε θα πεθάνω και εγώ.
Στείρα απορία. Ομως του φόβου αυτού η αγχόνη,
πως θα πεθάνεις, θα σε βρουν νεκρό,
πάντοτε αστράφτει τρομερή και καθηλώνει.

Σβήνει ο νους στη λάμψη της. Οχι από τύψεις
-για ό,τι δεν έζησες, για όσα χρωστάς,
για τ' άπρακτα, τα πεταμένα χρόνια- ούτε επειδή
καιρό σου πήρε για ν' αρθείς σ' αυτά τα ύψη,
τη λαθεμένη για να δεις, αν ίσως, διαδρομή.
Αλλά γι' αυτό τ' ανέκκλητο, το τέλειο πουθενά,
τον όλεθρο τον βέβαιο όπου τραβάς
και όπου για πάντα θα χαθείς. Παύοντας πια
να είσαι εδώ, ή όπου αλλού. Και είναι αυτή
η πιο μεγάλη αλήθεια, η πιο τρομακτική.

Είναι ένα ξέχωρο είδος φόβου, ειδικό,
κανένα τέχνασμα φτηνό δεν το εξαλείφει.
Το ξεφτισμένο το μπροκάρ των θρησκειών
που υποκρίνονται πως ες αεί θα ζούμε,
οι σοφιστείες πως δεν γίνεται έλλογο ον
να τρέμει ό,τι να νιώσει δεν μπορεί, οι τυφλές
να δουν ότι φοβόμαστε αυτό ακριβώς:
πως οι αισθήσεις μας δεν θα 'ναι ζωντανές
πως πια δεν θα σκεφτόμαστε, δεν θα ποθούμε,
πως απ' τη νάρκωση κανείς δεν ανανήφει.

Κι έτσι στου βλέμματος κολλάει την άκρη,
ένα μικρό στίγμα θολό, ένα ρίγος διαρκές
που συγκρατεί και καταπνίγει τις ορμές.
Πολλά άγχη διαψεύδονται ίσως, μα όχι αυτό,
πάντα επιστρέφει, πάντοτε ξεσπάει
σε λάβρο τρόμο όταν ξεμένουμε χωρίς
παρέα ή ποτό. Δεν ωφελεί ευψυχία εδώ:
τον άλλο απλώς να μην τρομάξεις βοηθάει.
Γενναίος τον τάφο δεν τον γλίτωσε κανείς.
Ιδιος ο θάνατος με σθένος ή με δάκρυ.

Αργά το φως στάζει στα έπιπλα μορφή.
Βαρύ προβάλλει ό,τι γνωρίζουμε καλά,
ό,τι πάντα γνωρίζαμε: πως δεν υπάρχει διαφυγή
ή διαλλαγή εδώ. Ενας θα βγει χαμένος.
Στο μεταξύ μες στα κλειστά γραφεία σαλεύουν
πανέτοιμα τ' ακουστικά, ο κόσμος όλος
βγαίνει απ' τη νάρκη, απαθής, συγκεχυμένος.
Απών ο ήλιος, μι' άσπρη λάσπη ο ουράνιος θόλος.
Εφτασε η ώρα πάλι για δουλειά.
Οι ταχυδρόμοι, σαν γιατροί, περιοδεύουν.



Ακόμη ζωντανός

Ζωή θα πει συνήθεια, έξη μηχανική -
η αυτοσυντήρηση είναι ο μόνος της σκοπός.
Με απώλεια ισοδυναμεί ή πτώση αργή.
Κάθε φορά κι αλλιώς.

Χάνεις σε δύναμη, σ' ενέργεια, σε μαλλιά -
σε κάθε γήπεδο ή ταμπλώ. Κι αν ήταν ποκεράκι
θα 'κανες λίγη υπομονή ν' αλλάξει η μοιρασιά.
Μα έλα που παίζεις σκάκι.

Απαξ και βάλεις το μυαλό σου να δουλέψει
τα βλέπεις εύκολα όλ' αυτά: σαν φώτα στο καντράν.
Κάθε τι αντίθετο, για σένα, ή ξένη σκέψη
ούτε που υπάρχει καν.

Και τ' όφελος; θα πεις. Μόνο ότι συν τω χρόνω
τον ίσκιο σου αρχινάς κάπως και ξεφοβάσαι,
το φέρσιμό σου ότι κρατάς στον ίσιο δρόμο.
Μα αν θες τελείως να 'σαι

ειλικρινής, όταν θα πέσεις πια του θανατά
κι αυτή σου η ικανοποίηση θα πάει στράφι.
Βλέπεις, το μάθημα ήτανε για έναν μοναχά.
Κι αυτός τώρα μας γράφει.

μτφρ.: Κώστας Κουτσουρέλης