Κυριακή 28 Οκτωβρίου 2012

"Το πρόσωπο του τέρατος και ο φόβος μήπως το συνηθίσουμε"





Ποιηση Αρης Δικταιος
Μουσικη Μιχαλης Καλογερακης

    ---          ---             ---            ---            ---               ---             ---            ---

Όποιος δεν φοβάται το πρόσωπο του τέρατος, πάει να πει ότι του μοιάζει. Και η πιθανή προέκταση του αξιώματος είναι, να συνηθίσουμε τη φρίκη, να μας τρομάζει η ομορφιά.

Ο Frankenstein έγινε πόστερ και στολίζει το δωμάτιο ενός όμορφου αγοριού. Το αγόρι ονομάζεται Πινοσέτ ή Βιντέλλα, κι ολομόναχο χορεύει με πάθος ένα tango ελλειπτικό. Δεν υπάρχει μουσική, ούτε τραγουδιστής από κοντά. Μονάχα ένας ρυθμός ατέλειωτος και αριθμοί. Χίλιοι, πεντακόσιοι, πέντε χιλιάδες, δέκα, εκατό χιλιάδες, αριθμοί όχι εντελώς αποσαφηνισμένοι των εξαφανισθέντων, βασανισθέντων και νεκρών. Και το tango να συνεχίζεται, το δε ποδόσφαιρο στις φάσεις του, να κόβει την αναπνοή εκατομμυρίων θεατών επί της γης. Εκατομμύρια περισσότεροι απ’ όσους εννοούνε ν’ αντιδράσουνε στο τέρας, και εξαφανίζονται μες σε χαντάκια, σε ρεματιές ή στις αγροτικές ερημιές.

Από την ώρα που ο Frankenstein γίνεται στόλισμα νεανικού δωματίου, o κόσμος προχωράει μαθηματικά στην εκμηδένιση του. Γιατί δεν είναι που σταμάτησε να φοβάται, αλλά γιατί συνήθισε να φοβάται. Κι εγώ με τη σειρά μου δεν φοβάμαι τίποτα περισσότερο, απ’ το μυαλό της κότας. Απ’ το να υποχρεωθώ να συνομιλήσω με μια κότα ή μ’ ένα σκύλο, ή τέλος πάντων, μ’ ένα ζώο δυνατό πού βρυχάται. Τί να τους πω και πώς να τους το πω; Και μήπως δεν είναι εξευτελισμός, αν επιχειρήσω να μεταφράσω ή να καλύψω τις σκέψεις μου, κάτω από φράσεις απλοϊκές και ηλίθια νοήματα, για να καθησυχάσω τυχόν τη φιλυποψία μιας κότας, που όμως έχει άνωθεν τοποθετηθεί για να μας ελέγχει και να μας καθοδηγεί;

Η υποταγή ή ο εθισμός σε μια τέτοια συνύπαρξη, ή συνδιαλλαγή, δεν προκαλεί τον κίνδυνο της αφομοίωσης ή της λήθης, του πώς πρέπει, του πώς οφείλουμε να σκεφτόμαστε, να πράττουμε και να μιλάμε; Αναμφισβήτητα αρχίσαμε να το ανεχόμαστε. Και η ανοχή, πολλαπλασιάζει τα ζώα στη δημόσια ζωή, τα ισχυροποιεί και τα βοήθα να συνθέσουν με ακρίβεια τη μορφή του τέρατος, που προΐσταται, ελέγχει και μας κυβερνά.

Το τέρας σχηματίζεται από τα ζώα κι απ’ τους εχθρούς.

Θα σας θυμίσω μια συνομιλία τότε, μέσα στη τάξη του σχολείου. Με πλησιάζει ένας ψηλός συμμαθητής, μ’ ένα δυσάρεστο έκζεμα στο δέρμα του προσώπου του, στραβή τη μύτη και ξεθωριασμένα τα μαλλιά του, ακατάστατα. Ήταν η πρώτη μέρα της σχολικής χρονιάς.
- Πώς λέγεσαι, ρωτάει, ενώ πλάι του είχαν σταθεί αμίλητοι δυο άλλοι, δικοί του φίλοι.
- Βασίλης, του απαντώ.
- Και που μένεις, εκείνος εξακολουθεί.
- Πάνω στο λόφο, του λέω και τον κοιτώ στα μάτια. Εκείνος χαμογέλασε κι άφησε να φανούν τα χαλασμένα δόντια του. Μου λέει:
- Εγώ μένω στην απέναντι όχθη. Είσαι λοιπόν εχθρός. Και μου δίνει μια στο κεφάλι με το χέρι του, που με πονάει ακόμα τώρα σαν το θυμηθώ. Τον κοιτάζω έτοιμος να κλάψω. Μα συγκρατιέμαι. Αυτός σκάει στα γέλια και χάνεται. Προς το παρόν. Γιατί θα τον ξαναδώ: Εισπράκτορα, εκπαιδευτή στο στρατό, τηλεγραφητή, κλητήρα στο υπουργείο, αστυνόμο, μουσικό στην ορχήστρα, παπά στην ενορία, συγκάτοικο στην πολυκατοικία, γιατρό σε κρατικό νοσοκομείο και τέλος νεκροθάφτη, όταν πετύχει να με θάψει.

Η μορφή του τέρατος είναι πολύχρωμη. Χιλιάδες φωτεινές επιγραφές με άθλια ονόματα καλλιτεχνών, συλλόγων και εταιριών αυτοκινήτων, στοιβάζονται στην οπτική περιοχή των περαστικών, που επιζητούν να σπάσουν τα πολύχρωμα λαμπιόνια για να μπουν μέσα να προφυλαχτούν από τις πόρνες, τα νοσοκομειακά αυτοκίνητα και τις για πάντα ασύλληπτες υπερηχητικές μοτοσυκλέτες. Προχτές, έτσι για κέφι, αναποδογύρισα μια λεωφόρο ασφαλτοστρωμένη, και την είδα πάνω μου, να ξετυλίγεται επικίνδυνα προς την απόλυτη ερημιά της θάλασσας. Ζήτησα να επανέλθω στη ορθία μου στάση, επί της λεωφόρου, αλλά είχε ξημερώσει στο μεταξύ και η εφαρμογή του Οδικού μας Κώδικα δεν μου επέτρεπε την επαναφορά της λεωφόρου στην αρχική της θέση. Έτσι, η μεν λεωφόρος παρέμεινε μετέωρος, κι εγώ, επέστρεψα στο σπίτι μου πεζή.
Το τέρας είχε αρχίσει να κυκλοφορεί. Οι οδοκαθαριστές άρχιζαν την παράσταση τους με Shakespeare, Schiller καί Αισχύλο, μια και ανήκουν δικαιωματικά στο υπουργείο Πολιτισμού. Χορός από τραβεστί, ψάλλει τα χορικά του Θεοδωράκη και αποσύρεται εις τας μικράς οδούς, χορεύοντας συρτάκι. Τουρίστες Γάλλοι, Άγγλοι κι Ελβετοί παρακολουθούν κι ανατριχιάζουν μπρος σ’ αυτό το παραδοσιακό μας μεγαλείο. Και τρέχουνε στις τράπεζες ν’ αλλάξουνε συνάλλαγμα. Το τέρας γίνεται γελοίο και κυκλοφορεί ανενόχλητο από Ωδείο σε Ωδείο. Η κλασική μας Μουσική γίνεται Μαγειρείο. Κι όλος ο κόσμος απαιτεί επιδόματα ειδικά από το Δημόσιο Ταμείο. Το ερώτημα περνάει απ’ τις ηλεκτρικές εφημερίδες της κεντρικής πλατείας. Πώς θ’ αντιδράσουμε και πώς δε θα συμβιβαστούμε με το τέρας;

Θυμάστε τι έγινε στην "Ερωφίλη", από την προηγούμενη φορά. Ο κόσμος της είχε για βασικές αξίες, το ήθος, την αλήθεια και την ομορφιά. Κι έτσι, όταν παρουσιαζότανε η μορφή ενός τέρατος, αναστάτωνε το κοινό αίσθημα εκ βαθέων, και προκαλούσε απρόσμενη, άμεση και καθοριστική αντίδραση. Μόλις ο Βασιλιάς έβγαλε τον μανδύα του μεγαλείου του και το προσωπείο του αγαθού αρχηγού πατέρα, κι εφάνη στο πρόσωπο του η μορφή του τέρατος, με τον διαμελισμό του Πανάρετου, ο Χορός, από γυναίκες, ορμά πάνω του, τον ποδοπατά, τον θανατώνει και τον εξαφανίζει.

Αυτό σημαίνει πως ο χορός των γυναικών αυτών, και δεν φοβήθηκε, αλλά και πως δεν θα μπορούσε ποτέ να μοιάσει με το πρόσωπο του τέρατος.

Μ.Χ.
Κυριακή, 30 Ιουλίου 1978

Από το βιβλίο: «Τα Σχόλια του Τρίτου», Εκδ. Εξάντας,
Αθήνα 1980


Παρασκευή 19 Οκτωβρίου 2012

Neon - Καρυωτακης - Kαθε πραγματικοτης αποκρουστικη

Κι αν έσβησε σαν ίσκιος τ' όνειρό μου,
κι αν έχασα για πάντα τη χαρά,
κι αν σέρνομαι στ' ακάθαρτα του δρόμου,
πουλάκι με σπασμένα τα φτερά

Κι αν έχει, πριν ανοίξει, το λουλούδι
στον κήπο της καρδιάς μου μαραθεί,
το λεύτερο που εσκέφτηκα τραγούδι
κι αν ξέρω πως ποτέ δε θα ειπωθεί

Κι αν έθαψα την ίδια τη ζωή μου
βαθιά μέσα στον πόνο που πονώ-
καθάρια πως ταράζεται η ψυχή μου
σα βλέπω το μεγάλο ουρανό,

Η θάλασσα σαν έρχεται μεγάλη,
και ογραίνοντας την άμμο το πρωί,
μου λέει για κάποιο γνώριμο ακρογιάλι,
μου λέει για κάποια που 'ζησα ζωή!






ΕΣΠΕΡΑ 
Έτσι προχθές ήταν γλυκιά η εσπέρα... 
Η σκέψη μου νοσταλγικά ενυχτώθη  στον κήπο, στη λιμνούλα και στη σέρα  που εσβήνανε τριαντάφυλλα σαν πόθοι  κι επέθαινε στα τζάμια πάνω η μέρα. 
Έτσι προχθές ήταν γλυκιά η εσπέρα... 
Ένας καημός που ακόμα δεν εδόθη  γινόταν άστρο. Σύννεφο από πέρα  μεγάλωνε (ίδιο σάβανο που κλώθει  με μοχθηρή σπουδή μοιραία μητέρα). 
Έτσι προχθές ήταν γλυκιά η εσπέρα... 
Όταν το δέος μου αξήγητον απλώθη,  το στερνο ρόδο θα 'χανε η σέρα      και η λίμνη με νεκρόφυλλα θα εστρώθη.  Τ' άστρα ζυγώνανε, καημοί , από πέρα. 
Έτσι προχθές ήταν γλυκιά η εσπέρα... 


Τετάρτη 17 Οκτωβρίου 2012

Λένα Πλάτωνος , Κώστας Καρυωτάκης




Σε παλιό συμφοιτητή
Στίχοι: Κώστας Καρυωτάκης
Μουσική: Λένα Πλάτωνος


Φίλε, η καρδιά μου τώρα σαν να εγέρασε
Τελείωσεν η ζωή μου της Αθήνας,
που όμοια γλυκά και με το γλέντι επέρασε
και με την πίκρα κάποτε της πείνας.

Δε θα 'ρθω πια στον τόπο που η πατρίδα μου
τον έδωκε το γιόρτασμα της νιότης,
παρά περαστικός, με την ελπίδα μου,
με τ' όνειρο που εσβήστη, ταξιδιώτης.

Προσκυνητής θα πάω κατά το σπίτι σου
και θα μου πουν δεν ξέρουν τι εγίνης.
Μ' άλλον μαζί θα ιδώ την Αφροδίτη σου
κι άλλοι το σπίτι θα 'χουν της Ειρήνης.

Θα πάω προς την ταβέρνα, το σαμιώτικο
που επίναμε για να ξαναζητήσω.
Θα λείπεις, το κρασί τους θα' ναι αλλιώτικο,
όμως εγώ θα πιω και θα μεθύσω.

Θ' ανέβω τραγουδώντας και τρεκλίζοντας
στο Ζάππειο που ετραβούσαμεν αντάμα.
Τριγύρω θα 'ναι ωραία πλατύς ο ορίζοντας,
και θα 'ναι το τραγούδι μου σαν κλάμα.









         ----                   ----                ----                 ----              ----           ----          ----


Βράδυ
Στίχοι: Κώστας Καρυωτάκης
Μουσική: Λένα Πλάτωνος



Τα παιδάκια που παίζουν στ' ανοιξιάτικο δείλι
- μια ιαχή μακρυσμένη-
Τ' αεράκι που λόγια με των ρόδων τα χείλη
ψιθυρίζει και μένει

Τ' ανοιχτά παραθύρια που ανασαίνουν την ώρα,
η αδειανή κάμαρά μου
Ένα τρένο που θα 'ρχεται από μια άγνωστη χώρα,
τα χαμένα όνειρά μου

Οι καμπάνες που σβήνουν,και το βράδυ που πέφτει
ολοένα στην πόλη,
στων ανθρώπων την όψη, στ' ουρανού τον καθρέφτη,
στη ζωή μου τώρα όλη...




        ----               ----              ----             ----               ----               ----              ----            


Από χρονικής πλευράς, πρόκειται για την πρώτη δισκογραφική δουλειά της Λένας Πλάτωνος η οποία επρόκειτο να κυκλοφορήσει το φθινόπωρο του 1981. Ωστόσο, ο τότε διευθυντής της εταιρείας Αλέκος Πατσιφάς ενημέρωσε την ερμηνεύτρια του άλμπουμ Σαβίνα Γιαννάτου ότι θα προτιμούσε αμφότερες να μη ξεκινήσουν την πορεία τους στο βινύλιο με κάτι τόσο «βαρύ», αλλά με κάτι πιο σύγχρονο. Έτσι, μπήκαν οι βάσεις για το «Σαμποτάζ» με στίχους της Μαριαννίνας Κριεζή...

Πλάτωνος και Γιαννάτου είχαν συνεργαστεί στην περίφημη κι αξέχαστη ραδιοφωνική εκπομπή για παιδιά «Εδώ Λιλιπούπολη», η οποία ακουγόταν για αρκετά χρόνια όταν διευθυντής στο Τρίτο Πρόγραμμα της ΕΡΤ ήταν ο Μάνος Χατζιδάκις. Έτσι, αποφάσισαν να ηχογραφήσουν 13 ποιήματα του Κώστα Καρυωτάκη τα οποία τελικώς κυκλοφόρησαν σε δίσκο τον Απρίλιο του 1982.



Η μελαγχολία που διέκρινε όλο το έργο του ποιητή αποτυπώνεται στη μουσική σύνθεση και στην ενορχήστρωση της Λένας Πλάτωνος, η οποία είναι λιτή και λιγάκι «μουντή». Βιολί, βιόλα, κοντραμπάσο, ηλεκτρικό μπάσο, τσέλο, πιάνο, ντραμς και κιθάρα είναι τα όργανα που συμμετέχουν, δίνοντας ένα σκουρόχρωμο τόνο σε τούτη τη δουλειά, ο οποίος ωστόσο ταιριάζει απολύτως στο πνεύμα και το ύφος του Καρυωτάκη.

Η ερμηνεία της Γιαννάτου είναι μοναδική και φανερώνει ήδη από τα πρώτα της βήματα ότι πρόκειται περί μιας εξαιρετικής περίπτωσης. Τα χρόνια που μεσολάβησαν μέχρι και σήμερα δικαίωσαν απολύτως εκείνες τις ελπίδες των πρώτων ετών και πλέον η ερμηνεύτρια δικαίως συγκαταλέγεται μέσα στις κορυφαίες όχι μόνο στο ελληνικό, αλλά και στο παγκόσμιο μουσικό στερέωμα!

Να σημειώσουμε ότι το «Μόνο» είχε μελοποιήσει πρώτος ο Γιάννης Σπανός το 1968 στην «Ανθολογία Β'» όπου το τραγούδησε ο Γιάννης Πουλόπουλος, ενώ το «Βράδυ» ερμήνευσε το Νοέμβριο του 1983 και η Δήμητρα Γαλάνη στο δίσκο της «Ατέλειωτος δρόμος».

Παραγωγός του άλμπουμ ήταν ο Γιώργος Μητρόπουλος, η ηχογράφηση έγινε στο στούντιο PDR με ηχολήπτη τον Νώντα Αντωνόπουλο και το remixing από τον Πάνο Δράκο.



Τα τραγούδια του δίσκου

Βράδυ
Χαμόγελο
Άνοιξη
Νύχτα
Σε παλιό συμφοιτητή
Παιδικό
Το φεγγαράκι απόψε
Σα δέσμη από τριαντάφυλλα
Τα γράμματά σου
Κριτική
Η πεδιάς και το νεκροταφείον
Πεθαίνοντας
Μόνο

Δευτέρα 15 Οκτωβρίου 2012

Τάσος Λειβαδίτης

(φωτ. Μιχαλης Ταδε)



Θυμάσαι τις νύχτες; Για να σε κάνω να γελάσεις περπατούσα πάνω
……στο γυαλί της λάμπας.
«Πώς γίνεται αυτό;» ρώταγες. Μα ήταν τόσο απλό
αφού μ’ αγαπούσες

     ---               ---             ---               ---                ---                ---             ---
Θά ῾θελᾳ νὰ φωνάξω τ᾿ ὄνομά σου, ἀγάπη, μ᾿ ὅλη μου τὴν δύναμη.
Νὰ τ᾿ ἀκούσουν οἱ χτίστες ἀπ᾿ τὶς σκαλωσιὲς καὶ νὰ φιλιοῦνται μὲ τὸν ἥλιο
νὰ τὸ μάθουν στὰ καράβια οἱ θερμαστὲς καὶ ν᾿ ἀνασάνουν ὅλα τὰ τριαντάφυλλα
νὰ τ᾿ ἀκούσει ἡ ἄνοιξη καὶ νά ῾ρχεται πιὸ γρήγορα
νὰ τὸ μάθουν τὰ παιδιὰ γιὰ νὰ μὴν φοβοῦνται τὸ σκοτάδι,
νὰ τὸ λένε τὰ καλάμια στὶς ἀκροποταμιές, τὰ τρυγόνια πάνω στοὺς φράχτες
νὰ τ᾿ ἀκούσουν οἱ πρωτεύουσες τοῦ κόσμου καὶ νὰ τὸ ξαναποῦνε μ ὅλες τὶς καμπάνες τους
νὰ τὸ κουβεντιάζουνε τὰ βράδια οἱ πλύστρες χαϊδεύοντας τὰ πρησμένα χέρια τους.

Νὰ τὸ φωνάξω τόσο δυνατὰ
ποὺ νὰ μὴν ξανακοιμηθεῖ κανένα ὄνειρο στὸν κόσμο
καμιὰ ἐλπίδα πιὰ νὰ μὴν πεθάνει.

Νὰ τ᾿ ἀκούσει ὁ χρόνος καὶ νὰ μὴν σ᾿ ἀγγίξει, ἀγάπη μου, ποτέ.

Τάσος Λειβαδίτης