Κυριακή, 30 Δεκεμβρίου 2012

Ζούμε τη βαρβαρότητα.









Tρία κλίκ αριστερά 1978

Μισθωτή εργασία-κεφάλαιο
ο ιμπεριαλισμός ανώτατο στάδιο του καπιταλισμού
η προδομένη επανάσταση
α, ρε σύντροφε πόσο μας λείπεις...
Ο καιρός σκουλήκιασε
πυρηνικές δοκιμές, λαϊκά μέτωπα, μπορντέλα
(πάει και η Πορτογαλία)
υπερπαραγωγές των καθολικών και της μαφίας
γίνανε πολυεθνικές, δεν μας αφήνουν ν'αγαπήσουμε
σύντροφε.
Χαφιέδες ανεβαίνουν τα σκαλιά μας
σκυλιά στα γήπεδα, μπορούν όποτε γουστάρουν
να μας κατεβάσουν το βρακί να μας πηδήξουν
ειρηνική συνύπαρξη και σοσιαλισμός σε μιά χώρα
α, ρε σύντροφε νά'ξερες τι βαρύ φορτίο κουβαλάμε...
Οι δίκες της Μόσχας, κανένας δεν άντεξε
έμεινες ολομόναχος
κι ο κόσμος ήτανε κουρασμένος, κει πάνω χτυπήσανε.
Τα ξέρεις, τι να σου πω.
Κι έπειτα συνεργαστήκανε. Τα ξέρεις, τι να σου πω.
Στην Κίνα, Γενάρης του 77, σφάζουν εργάτες,
κι αυτό φτάνει εδώ σαν ποίημα του Μάο
(τα πρόσωπα πάλι λένε φταίνε) α, ρε σύντροφε
γιατί δεν πρόσεχες πιό πολύ;
Εδώ τα ίδια. Κρύβονται στο καβούκι τους οι άνθρωποι.
Τα ΚΚ είναι 2 και χιλιάδες οι ερμαφρόδιτοι «επαναστάτες».
Έτσι και λίγο φανείς μπόσικος, πέρασες απέναντι.
Μη νοιάζεσαι όμως. Θα τα καταφέρουμε.
Μόνο να, καμμιά φορά κουράζομαι εγώ,
δεν έχω και δουλειά, με πιάνει το παράπονο καληώρα,
κι είναι τότε που λείπεις πιο πολύ,
τότε που σε «μαλώνω» γιατί δεν πρόσεχες
και που δεν ντρέπομαι να κλάψω
και να γράφω ποιήματα
σύντροφε που δεν πρόδωσες
ζούμε τη βαρβαρότητα.

Τετάρτη, 5 Δεκεμβρίου 2012

Συνέντευξη - Κατερίνα Γώγου «Ελευθεροτυπία 24-5-1988»






«Ο μήνας των παγωμένων σταφυλιών» (Εκδόσεις «Καστανιώτη»)

Μακρύς ο τίτλος, βραχύ το περιεχόμενο, λευκές οι αριστερές σελίδες. Η Κατερίνα με νέο πρόσωπο – και στο γραφτό της και στην εμφάνιση της. Με λίγο περισσότερο βάρος, με τις έγνοιες της, με «τα πάνω και τα κάτω» της. Έτοιμη να γελάσει, αλλά και να κλάψει. Με την έγνοια να γίνει γνωστό το «παρών» που δίνει με το νέο της βιβλίο, αλλά και, άβολη με τη δημοσιότητα, να προσπαθεί να καταλάβει αν κάνουμε συνέντευξη ή φιλική κουβέντα – δύο περίπου χρόνια αφ’ ότου τα είχαμε πει.

Τι έγινε από τότε;
Αυτά είναι δικά μας…

Μου είχες πει τότε, ότι το να γράφεις και να βγάζεις ένα βιβλίο είναι για σένα μια κίνηση αναγκαιότητας, για να μην τρελαθείς, για να μην αυτοκτονήσεις.
Είναι και κάτι άλλο. Εκτίθεσαι. Βγάζεις την ψυχή σου στο φως. Και υπάρχουν κι αυτοί που βλέπουν κι αλληθωρίζουν. Γι αυτό λέω ότι υπάρχει και η διαπόμπευση.

Δεν είμαστε έτσι κι αλλιώς εκτεθειμένοι;
Έτσι κι αλλιώς. Μόνο που τα γραφτά μένουν.

Έλεγες ακόμη, ότι σου συνέβησαν κάποια πράγματα που σε καθιστούσαν ανασφαλή. Αισθάνεσαι το ίδιο;
Όχι, νομίζω ότι έχω μεγαλώσει, και το μεγαλώνω σημαίνει ότι χρειάζομαι όλο και λιγότερα. Για μένα…

Και είναι καλό αυτό;
Ναι, όσο λιγότερα χρειάζεσαι, τόσο αποδεσμεύεσαι από τις ανασφάλειες σου.

Το νέο σου βιβλίο παρουσιάζει μια αντίφαση: μεγάλος τίτλος, λιτό, επιγραμματικό σχεδόν, το περιεχόμενο.
Αν διάβασες το βιβλίο, ο τίτλος είναι μέσα.

Πως έφτασες σ’ αυτή την αφαίρεση;
Ήταν η πρώτη φορά που έγραφα χωρίς ν’ αλλάζω τίποτα. Δεν διέγραψα, ούτε διόρθωσα τίποτα.

Αυτό είναι μια κατάκτηση.
Δε μπορώ να ξέρω εγώ.

Θα ‘λεγε κανείς πως είναι μια λακωνική αυτοβιογραφία.
Ένα κομμάτι. Ένα ποιητικό ανηφορικό οδοιπορικό και εύχομαι να τελειώσει εδώ αυτός ο κύκλος, να ‘χω να πω χαρούμενα πράγματα. Γιατί η ζωή έχει γίνει σαν κινούμενη άμμος. Θα ‘θελα να γράψω ένα βιβλίο που να δίνει χαρά, δύναμη και καλή ενέργεια.

Ήταν τόσο άσχημα αυτά τα δύο χρόνια;
Ναι…

«Προκάλεσα με πάθος τη ζωή» λες σε κάποιο στίχο. Πως την προκάλεσες;
Έπαιζα μαζί της. Κι άμα παίζεις με τη ζωή, παίζεις και με το θάνατο - αν και νομίζω ότι το βιβλίο είναι πιο καθαρό από το λόγο μου. Κάπου λέει: «Λόγος τραυλίζων, ψυχή πάσχουσα».

Τώρα παίζεις με την ζωή;
Νομίζω παίζει αυτή μαζί μου και ίσως να προσπαθεί να μου μάθει κάτι που δεν το έμαθα και τώρα με παιδεύει, με την έννοια της γνώσης, της πραγματικής γνώσης.

Αλλά αυτή θέλει το χρόνο της για να κατακτηθεί.
Ναι, κι εγώ νομίζω ότι άργησα.

Ο θάνατος σε απασχολεί;
Ναι, πάντα. Είναι αυτό που δεν ξέρω και θέλω να μάθω.

Μόνο που το μαθαίνεις μια και καλή.
Ναι…

Κάπου αλλού λες: «Δέντρο ήμουνα κι έσπασα. Μου σπάσαν όλα τα κλαδιά». Απελπιστικό είναι.
Αλήθεια είναι. Και την αλήθεια όταν την ονοματίζεις παύει να είναι απελπιστική. Είναι σαν να ξορκίζεις το κακό. Αυτό που λες εσύ απελπισία, για μένα ήταν απελευθέρωση. Δε θα μπορούσα τώρα να γράψω το «Τρία κλικ αριστερά».

Γιατί;
Το «Κλικ» ήταν σε μια εποχή οριακή, αγωνιστική, επαναστατική. Υπήρχε μια έξαρση, όλοι πιστεύαμε τότε ότι μπορούμε, και καλά κάναμε δηλαδή και το πιστεύαμε. Κι εγώ πιστεύω τώρα με την ίδια δύναμη, αλλά αλλιώς, κι έχω τις ίδιες ηθικές αξίες μέσα μου. Δηλαδή όπως σ’ ένα στίχο εκεί που λέω «Στάθηκα στη σιωπή να ακούσω τη σιωπή μου». Πρέπει να το κάνουμε όλοι μας… Με βάζεις τώρα να κάνω τη δασκάλα, που τάχα τα ξέρει όλα… Αν πάντως πιστεύουνε κάποιοι ότι μ’ αυτό το βιβλίο έσπασα και δεν είμαι ο βράχος που θα ήθελαν, ίσως… Τώρα μπορώ περισσότερα. Τώρα μπορώ πολύ πιο καθαρά να αγαπήσω τον άνθρωπο. Τώρα είμαι πιο καθαρή όταν λέω εμείς…

Το βιβλίο τελειώνει με τις λέξεις «Μια μέρα λοιπόν…», που είναι σαν μια ανάσα, έτοιμη να πεις κάτι άλλο. Έτσι είναι;
Αφήνω να πει ο καθένας το δικό του. Γι αυτό έχω λευκές κόλλες, για να μπορούν να ζωγραφίσουν, να γράψουν κάτι δικό τους. Είναι λίγο σαν τετράδιο έτσι το ήθελα.

Έχεις διάθεση να ξαναγράψεις;
Κάθε φορά που βγάζω ένα βιβλίο νομίζω ότι είναι το τελευταίο, και όταν πίνω σκίζω τα βιβλία μου. Έπειτα μου ξανάρχεται η διάθεση…

Οπότε, γράφοντας ή όχι, τι θέλει να κάνει η Κατερίνα;
Δε ξέρει… Η Κατερίνα θέλει να κάνει ταινίες, να παίξει ξανά θέατρο. Η Κατερίνα θέλει να ερωτευτεί, θέλει να ζήσει, θέλει τους φίλους της πίσω…

ΔΗΜ. ΓΙΩΝΗΣ

Δευτέρα, 3 Δεκεμβρίου 2012

Philip Larkin








Εκκλησιασμός 

Εχοντας πρώτα βεβαιωθεί, ούτε ψυχή,
Αφήνω πίσω μου την πόρτα να βροντήσει.
Ακόμη ένας ναός: πέτρα, στασίδια και χαλιά,
Συνόψεις˙ σκόρπια λουλούδια από την Κυριακή,
Τώρα πια σ' αποσύνθεση˙ στην άκρη του ιερού
Μπρούτζινα κι άλλα σκεύη˙ οι αυλοί του οργάνου στη γωνιά˙
Και μια σιωπή, βαριά, υγρή απ' τη μούχλα του καιρού.
Τις πιάστρες σκύβω του ποδήλατου να βγάλω:
Ετσι αδέξιος κι ασκεπής, τα σέβη μου υποβάλλω.

Περνώ πιο μέσα, την κολυμβήθρα ψηλαφώ.
Από δω κάτω, η οροφή σχεδόν καινούργια μοιάζει˙
Να την αναπαλαίωσαν τάχα; το αγνοώ.
Στο αναλόγιο ανεβαίνω, διακρίνω
Στίχους μακρόσυρτους εκεί, όλο απειλές˙ με τρόπο
άθελα μεγαλόφωνο "τετέλεσται" προφέρω.
Ο αντίλαλός μου μια στιγμή καγχάζει.
Βγαίνοντας υπογράφω, ένα κέρμα αφήνω,
Η στάση σκέφτομαι δεν άξιζε τον κόπο.

Την έκανα όμως: την κάνω μάλιστα συχνά,
Και πάντα καταλήγω σαστισμένος όπως τώρα
Ν' αναρωτιέμαι τι ζητάω εντέλει˙ ή πάλι,
Οταν θα πέσουν οι εκκλησίες σ' αχρησία
Τι θ' απογίνουν. Μήπως κλειδώσουν πουθενά
Τους κώδικες, τους δίσκους, τ' αρτοφόρια,
Κρατήσουν για εκθετήριο καμμία καθεδράλη
Και όλα τ' άλλα αφεθούν στ' αγρίμια και τη μπόρα;
Να φέρνουν, θα νομίζουμε τότε, κακοτυχία;

Ή μήπως κάτι αλλόκοτες γυναίκες κάθε βράδυ
Θα φέρνουν το παιδί τους για ν' αγγίξει
Μια κάποια πέτρα˙ ή για να βρει βοτάνια˙ ή για να δει
Πώς περπατάει ένας νεκρός μες στο σκοτάδι;
Ενα όποιο δέος όσο να 'ναι θα σωθεί
Σαν γρίφος, σαν παιχνίδι, θα χρεώνεται στην τύχη˙
Μα η δεισιδαιμονία, όπως η πίστη, θα πεθάνει,
Και τι θα μείνει όταν κι η απιστία θα λήξει;
Οι βάτοι, η χλόη, οι πλάκες, ο ουρανός, οι τοίχοι,

Μια σκιά, κάθε βδομάδα πιο θαμπή, ολοένα
Ενας σκοπός πιο σκοτεινός. Αναρωτιέμαι ποιος
Θα είν' ο έσχατος που θα 'ρθει να τρυπώσει
Εδώ προϊδεασμένος; Μήπως κανείς σχολαστικός
Χαρτογιακάς που ξέρει τι θα πει "υπερώον";
Κανείς ερειπιοπότης ίσως, παλαβός γι' αρχαία,
Ή χριστουγεννομανής που πάει να μαστουρώσει
Με μυροδόχες και μ' αυλούς και μίτρες αρχιερέα;
Ή μήπως θα είναι κάποιος σαν εμένα,

Bαριεστημένος κι αδαής, εν γνώσει ωστόσο
Οτι ο πηλός του πνεύματος τρίφτηκε κι έμεινε άμμος;
Και που αν θα κάνει απ' τα προάστια δρόμο τόσο,
Είναι επειδή για αιώνες έζησαν εδώ αρμονικά
Οσα έκτοτε τελούν σε χωρισμό - γέννηση, γάμος,
Ο θάνατος, οι σκέψεις μας γι' αυτά - για όσα ειδικά
Χτίστηκε αυτό το κέλυφος; Γιατί ιδέα δεν έχω
τι αξίζει ο επιπλωμένος τούτος στάβλος, ο σαπρός.
Μ' αρέσει όμως να στέκομαι εδώ μέσα σιωπηλός˙

Είναι ένας οίκος σοβαρός σε τόπο σοβαρό,
Η ατμόσφαιρά του συγκαλεί κάθε μας φόβο,
Τον κάνει οικείο, με μανδύα μοιραίο τον ντύνει.
Κι αυτό είν' αδύνατο, όχι, ν' απαρχαιωθεί˙
Πάντοτε μ' έκπληξη κανείς θ' αναρριγεί
Εμπρός στην πείνα μέσα του πιο σοβαρός να γίνει,
Κι εκείνη θα τον οδηγεί πάντα στον τόπο αυτό
Που κάποτε, άκουσε να λεν, ανάσταινε σοφούς,
Εστω και γιατί μέσα του κρύβει τόσους νεκρούς.



Εωθινό

Ολη τη μέρα στη δουλειά, τα βράδια πίνω.
Ξυπνώ στις τέσσερις μες στ' άηχο σκοτάδι.
Κοιτώ τα στόρια αντίκρυ μου προσμένοντας το φως.
Ώς τότε αυτόν που είναι πάντα εκεί διακρίνω:
μια μέρα ακόμη πιο κοντά, κι άοκνο, τον Αδη
κάθε μου σκέψη ν' ακυρώνει έξω απ' το πώς
το πού, το πότε θα πεθάνω και εγώ.
Στείρα απορία. Ομως του φόβου αυτού η αγχόνη,
πως θα πεθάνεις, θα σε βρουν νεκρό,
πάντοτε αστράφτει τρομερή και καθηλώνει.

Σβήνει ο νους στη λάμψη της. Οχι από τύψεις
-για ό,τι δεν έζησες, για όσα χρωστάς,
για τ' άπρακτα, τα πεταμένα χρόνια- ούτε επειδή
καιρό σου πήρε για ν' αρθείς σ' αυτά τα ύψη,
τη λαθεμένη για να δεις, αν ίσως, διαδρομή.
Αλλά γι' αυτό τ' ανέκκλητο, το τέλειο πουθενά,
τον όλεθρο τον βέβαιο όπου τραβάς
και όπου για πάντα θα χαθείς. Παύοντας πια
να είσαι εδώ, ή όπου αλλού. Και είναι αυτή
η πιο μεγάλη αλήθεια, η πιο τρομακτική.

Είναι ένα ξέχωρο είδος φόβου, ειδικό,
κανένα τέχνασμα φτηνό δεν το εξαλείφει.
Το ξεφτισμένο το μπροκάρ των θρησκειών
που υποκρίνονται πως ες αεί θα ζούμε,
οι σοφιστείες πως δεν γίνεται έλλογο ον
να τρέμει ό,τι να νιώσει δεν μπορεί, οι τυφλές
να δουν ότι φοβόμαστε αυτό ακριβώς:
πως οι αισθήσεις μας δεν θα 'ναι ζωντανές
πως πια δεν θα σκεφτόμαστε, δεν θα ποθούμε,
πως απ' τη νάρκωση κανείς δεν ανανήφει.

Κι έτσι στου βλέμματος κολλάει την άκρη,
ένα μικρό στίγμα θολό, ένα ρίγος διαρκές
που συγκρατεί και καταπνίγει τις ορμές.
Πολλά άγχη διαψεύδονται ίσως, μα όχι αυτό,
πάντα επιστρέφει, πάντοτε ξεσπάει
σε λάβρο τρόμο όταν ξεμένουμε χωρίς
παρέα ή ποτό. Δεν ωφελεί ευψυχία εδώ:
τον άλλο απλώς να μην τρομάξεις βοηθάει.
Γενναίος τον τάφο δεν τον γλίτωσε κανείς.
Ιδιος ο θάνατος με σθένος ή με δάκρυ.

Αργά το φως στάζει στα έπιπλα μορφή.
Βαρύ προβάλλει ό,τι γνωρίζουμε καλά,
ό,τι πάντα γνωρίζαμε: πως δεν υπάρχει διαφυγή
ή διαλλαγή εδώ. Ενας θα βγει χαμένος.
Στο μεταξύ μες στα κλειστά γραφεία σαλεύουν
πανέτοιμα τ' ακουστικά, ο κόσμος όλος
βγαίνει απ' τη νάρκη, απαθής, συγκεχυμένος.
Απών ο ήλιος, μι' άσπρη λάσπη ο ουράνιος θόλος.
Εφτασε η ώρα πάλι για δουλειά.
Οι ταχυδρόμοι, σαν γιατροί, περιοδεύουν.



Ακόμη ζωντανός

Ζωή θα πει συνήθεια, έξη μηχανική -
η αυτοσυντήρηση είναι ο μόνος της σκοπός.
Με απώλεια ισοδυναμεί ή πτώση αργή.
Κάθε φορά κι αλλιώς.

Χάνεις σε δύναμη, σ' ενέργεια, σε μαλλιά -
σε κάθε γήπεδο ή ταμπλώ. Κι αν ήταν ποκεράκι
θα 'κανες λίγη υπομονή ν' αλλάξει η μοιρασιά.
Μα έλα που παίζεις σκάκι.

Απαξ και βάλεις το μυαλό σου να δουλέψει
τα βλέπεις εύκολα όλ' αυτά: σαν φώτα στο καντράν.
Κάθε τι αντίθετο, για σένα, ή ξένη σκέψη
ούτε που υπάρχει καν.

Και τ' όφελος; θα πεις. Μόνο ότι συν τω χρόνω
τον ίσκιο σου αρχινάς κάπως και ξεφοβάσαι,
το φέρσιμό σου ότι κρατάς στον ίσιο δρόμο.
Μα αν θες τελείως να 'σαι

ειλικρινής, όταν θα πέσεις πια του θανατά
κι αυτή σου η ικανοποίηση θα πάει στράφι.
Βλέπεις, το μάθημα ήτανε για έναν μοναχά.
Κι αυτός τώρα μας γράφει.

μτφρ.: Κώστας Κουτσουρέλης

ΦΟΙΒΟΣ ΔΕΛΗΒΟΡΙΑΣ - ΔΡΟΜΟΙ


Κάθε Σεπτέμβρη θα γυρνάς απ' το χωριό σου
και μόνο απ' τα άσπρα μερη κάτω απ' το μαγιο
θα αναγνωρίζω το κορμάκι το δικό σου
που τους χειμώνες το κοιτάζω μόνο εγώ

Και τι έχει ο ήλιος που δεν έχω να σου δώσω....
αυτός τη νύχτα κλείνει εγώ μενω ανοικτός
κι αν καταφέρω και τον πάγο σου τον λιώσω 
κάθε Σεπτέμβρη θα γεμίζουν όλα φως.....

Κάθε Σεπτέμβρη θα δαγκώνεις ένα μήλο
κι εγώ θα κάθομαι να βλέπω σαν Αδαμ
τον πειρασμό να σε τυλίγει σαν το φύλλο
και να μου κάνει την καρδιά μου γης μαδιαμ



ΦΟΙΒΟΣ ΔΕΛΗΒΟΡΙΑΣ



Για τον Tom Waits

   To 1993 ήρθε η εποχή που τον αγάπησα. Τότε δεν άκουγα πια μουσική ούτε για ν’ αντιτεθώ, ούτε για να κατανοήσω. Άκουγα για να δυναμώσω τον εαυτό μου που μόλις είχα βρει και που προσπαθούσα να σώσω από πραγματικές πλέον απειλές. Και όταν ένας φίλος μού έδωσε όλα τα βινύλια του Waits και κάθισα σε μια νύχτα να τα ακούσω με τη σειρά, τον εαυτό μου αισθάνθηκα πολύ βαθιά.

   Τώρα, τι ήταν αυτό που έκανε εμένα αλλά και χιλιάδες ακόμα Έλληνες συνομηλίκους μου ν’ αγαπήσουμε τόσο -και ιδιαίτερα- τον Tom Waits; Ίσως το ότι, όπως κι εκείνος 20 χρόνια πρωτύτερα, ζούσαμε κι εμείς πιο καθυστερημένα στο μεταίχμιο μεταξύ της «εθνικής» και της «πολυεθνικής» εποχής. Νοσταλγούσαμε κάτι που μόλις προλάβαμε να δούμε, ξέραμε όμως πως ήταν ήδη «πόλη-φάντασμα», πως για τους επόμενους θα ήταν ένα ακατανόητο -και όχι ελκυστικό- παρελθόν.

   Μεταμφιεζόμασταν, λοιπόν, «Ελλάδα του ‘50 και του ‘60», αποστηθίζαμε ατάκες από παλιές ταινίες, μιμούμασταν τις διφωνίες των λαϊκών τραγουδιών, ανακαλύπταμε τον Χατζή και τον Ιωάννου και ταυτοχρόνως συνδεόμασταν πρώτοι και βουλιμικά στο ίντερνετ, συχνάζαμε στα καινούργια εμπορικά κέντρα και τα multiplex, καίγαμε αυτοβιογραφικά CD με «θέματα» από τηλεοπτικές σειρές.

   Κάπως έτσι φανταζόμουνα τον Waits στην Αμερική των corporations του ‘70. Να τριγυρνάει στο τοπίο που άλλαζε για πάντα και ν’ αποθησαυρίζει τελευταίος τη φωνή της πουτάνας από τη Μινεάπολη, του παγωτατζή, της σερβιτόρας του Schwab’s drug store, του φαντασιόπληκτου αλογομούρη. Και όλα αυτά, υιοθετώντας τον ήχο των πρώτων LP της δεκαετίας του ‘50, σαν ένας αργοπορημένος μουσικός υπαρξιστής, γέρνοντας όμως λίγο παραπάνω προς την πλευρά του αισθήματος.

   Στο «Rain Dogs», το αριστούργημα της δεύτερης περιόδου του, η μουσική τόλμη είναι τόσο ασταμάτητη, που ισχύει μέχρι σήμερα ως ένα σύνορο που δεν μπόρεσε να ξεπεραστεί ούτε απ’ τους underground συνεχιστές του ούτε απ’ τον ίδιο τον Waits. Σε όλους τους μεταγενέστερους δίσκους του μένει στατικός, λιγότερο ή περισσότερο, στο τοπίο που ο ίδιος ανακάλυψε. Και οι κριτικοί -τώρα που δεν τους χρειάζεται πλέον- τον αποθεώνουν.

   Κάτι τέτοιο συμβαίνει με το άρτι αφιχθέν «Bad as me». Η ηχογράφηση του Waits-ικού ήχου έχει αγγίξει πραγματικά την τελειότητα, οι στίχοι είναι εκείνοι ακριβώς που θα περιμέναμε, μην περιμένετε όμως κανένα σκίρτημα απ’ αυτά που πάνε τον εαυτό μας λίγο μακρύτερα. Και πάλι, όμως, δεν μπορούμε να μη χαρούμε που οι ήρωες της υπόγειας, παλιάς Αμερικής είναι ακόμη ζωντανοί μέσα του και σχολιάζουν το ανελέητο παρόν, όπως στο εναρκτήριο «Chicago» ή στο μελαγχολικό «Talking at the same time». Δεν ξέρω πόσες γενιές ακόμα θ’ απασχολεί η Αμερική ως ένα βίαιο, αλκοοολικό κι εξαρτημένο από την τύχη και το χρήμα όνειρο. Κάθε μυθολογία κάνει τον κύκλο της κι έτσι και αυτή η συγκεκριμένη -σίγουρα όχι η πιο ενδιαφέρουσα που γέννησε ποτέ ο κόσμος- θα μας αποχαιρετήσει κάποια μέρα οριστικά. Όταν όμως κάποιος μελετητής θα γυρίζει το κεφάλι προς το μέρος της, στην πρώτη δεκάδα των αληθινών ποιητών που εκείνη γέννησε (μαζί με τον Ηopper, τον Κασσαβέτη, τον Τσάντλερ, τον Charlie Parker) θα συναντάει στο τελευταίο κάθισμα τον Waits, τον τελευταίο που πρόλαβε να φορέσει τη στολή της, να χαλάσει τη φωνή του απ’ τα τσιγάρα της, να χάσει και τα τελευταία του δολάρια στο πιο κουτσό άλογό της.

Φοίβος Δεληβοριάς
LIFO - τεύχος 271 | 17-11-2011




 Γεννήθηκε στην Καλλιθέα της Αθήνας το 1973. Έκανε μαθήματα κλασικής κιθάρας με τον Ορφέα Περίδη.

  Το 1989 πηγαίνει τραγούδια του στο Μάνο Χατζιδάκι, με αποτέλεσμα να κυκλοφορήσει από τον «Σείριο» ο πρώτος προσωπικός του δίσκος "Η ΠΑΡΕΛΑΣΗ".

  Τα επόμενα 6 χρόνια γράφει και ηχογραφεί καινούργια τραγούδια κατ’ιδίαν. Το 1995 υπογράφει στη Sony Music και κυκλοφορεί τον δεύτερο δίσκο του "Η ΖΩΗ ΜΟΝΟ ΕΤΣΙ ΕΙΝ´ ΩΡΑΙΑ", ενώ την ίδια χρονιά συμμετέχει και στη μουσική παράσταση του Διονύση Σαββόπουλου "Ανοιξιάτικο τραύλισμα".

   Με αφορμή τον επόμενο δίσκο του «ΧΑΛΙΑ» (1998) κάνει την πρώτη του περιοδεία σε μουσικούς χώρους, αλλά και αίθρια πανεπιστημίων σε όλη τη χώρα.

    Μετά από 2 χρόνια θητείας, επιστρέφει με την σχετική μουσική παράσταση «ΚαΨιΜί», προετοιμάζοντας το έδαφος για τον «ΚΑΘΡΕΦΤΗ», που κυκλοφόρησε το 2003.

     Την ίδια χρονιά ανεβάζει την παράσταση «Ενόργανη Γυμναστική» στο Ζυγό της Πλάκας, ενώ το 2004, μαζί με την ομάδα δημιουργών κόμικς « Subart » και τον Ζακ Στεφάνου παρουσιάζουν το «Φανζίν», ένα μουσικό σώου εμπνευσμένο από τα κόμικς.

   Την άνοιξη του 2007 κυκλοφορεί το «ΕΞΩ» .Τα τραγούδια του δίσκου εικονογραφούνται στο ένθετο βιβλιαράκι από 12 νέους ζωγράφους.

  Tο φθινόπωρο ξεκινά στο «Ζυγό» την παράσταση «Κ-13», που θα ηχογραφηθεί-κινηματογραφηθεί και θα αποτελέσει τη βάση του διπλού cd-dvd «ΟΙ ΑΠΙΘΑΝΕΣ ΠΕΡΙΠΕΤΕΙΕΣ ΤΟΥ ΦΟΙΒΟΥ ΔΕΛΗΒΟΡΙΑ», που η Sony κυκλοφορεί το 2008 .

   Το 2009 ανεβάζει στο «Γυάλινο Μουσικό Θέατρο» τις «10 πρεμιέρες» όπου αυτοσχεδιάζονται 10 μουσικές συναντήσεις με ισάριθμους καλεσμένους ( Αργύρης Μπακιρτζής, Παύλος Παυλίδης, Μάρθα Φριντζήλα, Encardia, Νίκος Ξυδάκης, Κωστής Μαραβέγιας, Αρλέτα, Μάρω Μαρκέλλου, Λουκιανός Κηλαηδόνης, Musica Ficta).

   Στις αρχές του 2010 σχηματίζει την Big Band, (μουσικό σχήμα 30 οργάνων με δύο μόνο μουσικούς: τον Γιώργο Κατσάνο και τον Σταμάτη Σταματάκη) και παρουσιάζουν την ομότιτλη μουσική παράσταση στο «ΜΕΤΡΟ».

    Με τους ίδιους συνεργάτες ηχογραφεί το άλμπουμ «Ο ΑΟΡΑΤΟΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ» που κυκλοφόρησε το Δεκέμβριο του 2010 από την Inner Ear.

Σάββατο, 1 Δεκεμβρίου 2012

Αλικαντη


Φωτ. Παντ. Καλ.



Αλικάντη*.
Ένα πορτοκάλι στο τραπέζι
Το φόρεμα σου στο χαλί
Κι συ μες στο κρεβάτι μου
Γλυκεία στιγμή της στιγμής
Δροσιά της νύχτας
Ζέστη της ζωής μου

*Λιμάνι στα Ν.Α. της Ισπανίας


ALICANTE

Une orange sur la table
Ta robe sur le tapis
Et toi dans mon lit
Doux présent du présent
Fraîcheur de la nuit
Chaleur de ma vie




Αντίστοιχα στο blog του κ. Βασίλη Νόττα μπορείτε να ακούσετε την Αλικάντη σε μουσική και φωνή Μιχάλη Καλογεράκη : Βασίλης Νόττας. Αλικάντη

Ακομα διαβαστε : Zacqes Prevert. 


ΠΡΟΓΕΥΜΑ
(DEJEUNER DU MATIN)


Έβαλε καφέ
Στο φλιτζάνι
Έβαλε γάλα
Στο φλιτζάνι του καφέ
Έβαλε ζάχαρη
Στον καφέ με το γάλα
Με το κουταλάκι
Ανακάτεψε
Ήπιε τον καφέ με το γάλα
Κι ακούμπησε το φλιτζάνι
Χωρίς να μου μιλήσει
Άναψε 
Ένα τσιγάρο
Έκανε δαχτυλίδια
Με τον καπνό
Έριξε τη στάχτη
Στο τασάκι
Χωρίς να με κοιτάξει
Σηκώθηκε
Φόρεσε
Το καπέλο στο κεφάλι του
Φόρεσε 
Το αδιάβροχό του
Γιατί έβρεχε
Κι έφυγε
Στη βροχή
Χωρίς μια κουβέντα
Χωρίς να με κοιτάξει
Κι εγώ πήρα
Το κεφάλι μου μες στα χέρια
Κι έκλαψα.