Δευτέρα, 11 Μαρτίου 2013

Ε ρε Mαγιακόφσκι που σου χρειάζεται. ΓΙΑΝΝΗΣ ΣΤΙΓΚΑΣ





Γιατί η ποίηση

-ψιτ μεγάλε-

δεν είναι αιώρα ρεμβασμών

δεν ειν’ το φτερωτό σου κατοικίδιο

-ψιτ μεγάλε-

Όταν υποδύεσαι το φεγγάρι

να το υποδύεσαι και στη χάση του

-δεν θα στο κάνω πιο λιανά –

Αν το νοείς αυτό

έχει καλώς

αλλιώς

Ε ρε Mαγιακόφσκι που σου χρειάζεται



*
 —

Πού να’ σαι τώρα βρε Βλαδίμηρε

Τώρα που και τα δυο μας νόμπελ έγιναν συμπληγάδες

Κανείς δεν αρμενίζει πια για τ’ άρμενα

Κανείς για το γαλάζιο

μονάχο του συχνάζει στα μεγάλα υψόμετρα

και στις παλιές αγάπες

 —

*




Η Δώρα

Η Κωνσταντίνα

Η Ευανθία

Όποτε αλλάζω το πλευρό στον ύπνο μου

μου ξεκουρδίζουν σιωπηλά το ζώδιο

μέχρι να γίνει το ποτέ

το τυχερό μας νούμερο

-         τι ρώσικη ρουλέτα Παναγία μου –

εσύ γνωρίζεις απ’ αυτά Βλαδίμηρε

έγινε

έγινε στην Οντέσσα

 —

εδώ να δεις τι γίνεται



*
 —

Εδώ

 —

the evil eye is working overtime

 —

λυπάμαι που το γράφω αλλά

το φως το καταντήσαμε

την τέλεια -για το τίποτε- κρυψώνα

-Τι άλλο θέλεις να σου πω-

εχθές το βράδυ στο μετρό

αγγίζονταν χιλιάδες σώματα

κι ούτε ένα τσαφ για τα προσχήματα

ούτε ένα τόσο δα ηλεκτρόνιο

κάτι

ν’ ανατριχιάσει τα χαμένα βλέμματα

μήπως και δούμε την Ιθάκη ολόγυμνη

κάτω από τα ταγιέρ

και τα πουκάμισα

 —

*
 —



Είναι που να τρελαίνεται κανείς

Όπως ξηλώνουν έτσι τα μερόνυχτα

Το αίμα σου κλωστή –κλωστή

Οι τρεις σου μοίρες να πανιάζουνε

Τι περιμένεις ν’ αρχινίσει βρε κουτέ

Δεν είναι παραμύθι αυτό

 —

Είναι

 —

μονάχα το κουφάρι του

           —

*
 —

Η τραγωδία του τόπου μου

Αν εξαιρέσεις βέβαια τους σεισμούς

Όλοι οι υπόλοιποι    – ισμοί

Μας πούλησαν κατάμουτρα

Καλέ μου λόρδε Βύρωνα

Τσάμπα την λούστηκες την έξοδο

Τσάμπα την άναψες την έξοδο

Ο πυρετός σου σήμερα

Υπάρχει – δεν υπάρχει στα συγγράμματα

Του’ χουν κοτσάρει κάτι ελεεινά μικρόβια

Ενώ ήταν σκέτη λεβεντιά

Οκτώ μποφόρ Χριστός

Κι ακόμα τόσα

 —

Τότε –χαμένα μες στις καλαμιές

Τώρα- χαμένα στα σκυλάδικα

 —

*


THIS THE PLACE GENTLEMEN

 —

Πολλές οργιές κάτω απ’ το τίποτα

έτσι

που τα μαλλιά μας μπλέκονται στις ρίζες του

υιέ μου υιέ μου Αβεσσαλώμ

σαν εκκρεμές δεν θα’ χες πέραση

έτσι κι αλλιώς εμείς

τον χρόνο τον εισάγουμε απ’ το Γκρήνουιτς

γιατί ο δικός μας

έχει λαγούμια μαύρα κι ανεκπλήρωτα

 —

φωνάζεις την αγάπη

και σου επιστρέφει ο αντίλαλος αιμόφυρτος

 —

έχει μυριάδες χέρια που κοπήκανε

δεν ήταν αγαλμάτων

όλα τους

αργότερα μαρμάρωσαν

 —

 *
 —

Τι ειρωνεία κι αυτή Βλαδίμηρε

Εάν ερχόσουν σήμερα

Μπορεί και να μη σ’ άκουγα

Μένω σε δρόμο πολυσύχναστο

Σειρήνες, κορναρίσματα

Η ακοή μου μπάχαλο

-όχι σου λέω ψέματα -

Είναι που η μοναξιά

με βάζει από μικρό στη διαπασών

γι’ αυτό κι πιο πιστοί μου στίχοι

Το θαύμα είν’ ένα χελιδόνι απόκρημνο

            ή

 ρε Κωνσταντίνα πες μου τελικά

 πώς γίνεται

 να μην είσαι εδώ

 και να’ χει πανσέληνο



(κι άλλα πολλά

πιο μαύρα απ’ τα ανεκπλήρωτα)

μικροφωνίζουν μες τον ύπνο μου

κι υπνοβατώ

με την στυφάδα που’ χουν τα όνειρα

με τις σαχλές πυτζάμες μου

άχου να γκρεμιστώ σωστά

σ’ ένα σωστό ξημέρωμα

μπας και φωνάξω αληθινά κι εγώ

Αγχειβατείν – Pallasck

Τ’ αστροκαμμένο Φάντασμα

που τέλεια μ’ ενσαρκώνει


-Αυτη ειναι η ποιηση.
              Να ναι καλα ο Γιαννης.
                         Μ.Κ.

Τετάρτη, 6 Μαρτίου 2013

Το τραγούδι-Μάνος Χατζιδάκις



“Το τραγούδι δεν είναι σύνθημα ή πράξη εκτονώσεως. Ούτε μαστίχα για το στόμα αθλητικών εφήβων ή συντροφιά νυχτερινή για οδηγούς ταξί και φορτηγών. Είναι μια σχέση υπεύθυνη, μια πράξη ερωτική ανάμεσά μας που μας αποκαλύπτει. Τελετουργία που απαιτεί, τόσο από σας όσο και από μένα, μια προετοιμασία θρησκευτική, επίμονη άσκηση γνώσης και αθωότητας, αποκαλύψεως και ανιχνεύσεως, μνήμης και προφητείας.
Το τραγούδι είναι μια μαγική στιγμή κι εγώ ένας πανηγυριώτης μάγος εκπρόσωπός σας, που θα φωτίσω τις κρυφές και αθέατες γωνιές σας, θα σας εκπλήξω, θα σας γεμίσω ερωτήματα και μελωδίες που ίσως γεννούν δικές σας και θα μεταφερθούν στο σπίτι σας, έτσι που να κοπεί ο ύπνος σας και να χαθεί για πάντα –αν είναι δυνατόν– ο εφησυχασμός σας. Κι ας μην μπορείτε να με τραγουδήσετε. Μήπως τάχα μπορείτε να εξαφανίσετε ένα πουλί ή να το φανερώσετε μέσ’ απ’ το φόρεμα ή από το μαντήλι σας; Κι όμως δεν το ξεχάσατε κι ούτε θα το ξεχάσετε σ’ όλη σας τη ζωή. Και θα το λέτε στα παιδιά σας έτσι όπως το πρωτοείδατε κάποια φορά από έναν μάγο σ’ ένα πανηγύρι – καθώς και το τραγούδι μου.
Θα το θυμάσθε και θα το ’χετε εντός σας, χωρίς την δυνατότητα να το γλεντήστε με αυτάρεσκη και δυνατή φωνή. Μόνο να το ψελλίζετε θα είναι δυνατόν, σαν προσευχή ή σαν το «Υπερμάχω».
Δεν είναι το τραγούδι μου απλοϊκό κι ευχάριστο σαν το τενεκεδένιο σήμα μιας πολιτικής παράταξης ή ενός αθλητικού συλλόγου. Δεν κολακεύει τις συνήθειές σας ούτε και διασκεδάζει την αμηχανία σας, την οικογενειακή σας πλήξη ή την ερωτική σας ανεπάρκεια.
Δεν είναι το τραγούδι μου μια μονόφωνη αρτηρία, ούτε μια πολυφωνική και λαϊκή υστερία. Είναι μια μυστική πηγή, μια στάση πρέπουσα και ηθική απέναντι στα ψεύδη του καιρού μας, ένα παιχνίδι ευφάνταστο μ’ απρόβλεπτους κανόνες, μια μελωδία απρόσμενη που γίνεται δική σας, δεμένη αδιάσπαστα με άφθαρτες λέξεις ποιητικές και ξαναγεννημένες.
Και μην ξεχάσετε. Σαν φύγετε από ΄δω, δεν σας ανήκει παρά μονάχα το αίσθημα, η σκέψη και τα ερωτήματα, που ολόκληρο το βράδυ σας μετέδωσα μέσ’ απ’ τη μουσική μου. Σ’ εμένα απομένει το τραγούδι, η μαγική στιγμή μου, που είναι μια εξαίσια απάντηση αρκεί να με ρωτήστε. Ρωτήστε με λοιπόν. Κι ύστερα σας παρακαλώ σωπάστε! Γιατί θα τραγουδήσω!
Πιστεύω πως η τέχνη του τραγουδιού αποτελεί κοινωνικό λειτούργημα, γιατί το τραγούδι μας ενώνει μέσα σ’ ένα μύθο κοινό. Κι όπως στον χορό ενώνουμε τα χέρια μεταξύ μας για ν’ ακολουθήσουμε ίδιες ρυθμικές κινήσεις, έτσι και στο τραγούδι ενώνουμε τις ψυχές μας για ν’ ακολουθήσουμε μαζί, τις ίδιες εσωτερικές δονήσεις. Κι όσο για τον κοινό μύθο που δεν υπάρχει στις μέρες μας, τον σχηματίζουμε καινούριο κι απ’ την αρχή κάθε φορά. Κάθε φορά που νιώθουμε βαθιά την ανάγκη να τραγουδήσουμε“


Ο καθρέφτης και το μαχαίρι.