Τρίτη, 31 Ιουλίου 2012

Συναυλία των Ταδε στο Κηποθέατρο Μ. Χατζιδάκι στις 24 Αυγούστου





Ποιηματα των :Μηνα Δημακη, Αρη Δικταιου, Δημήτρη Περοδασκαλακη, Μάνου Χατζιδακι, Μιχαλη Γκανα, Οδυσσεα Ελυτη, Νικου Γκατσου, Milan Kudera, Pablo Neruda.
Μελοποιημενα απο τον Μιχαλη Καλογερακη..


Κιθαρα,Λαουτο,Φωνη Μιχαλης Καλογερακης
Φωνη Μελλοντικα Παντελης Καλογερακης
Αφηγηση Μανος Πετρακης
Πιανο Ελενα Ταμιωλακη


Τα αδελφια ταδε (Μιχαλης και Παντελης Καλογερακης) Ζουν στο Παγκρατι και τραγουδανε στους δρομους
Ο Μανος Πετρακης ζει στο Ηρακλειο και ειναι μαθητης στο 8ο Λυκειο Ηρακλειου
Η Ελενα Ταμιωλακη  ζει για την μουσικη


Στο Κηποθέατρο ''Μ. Χατζιδάκις'' 
(είσοδος απο οδό πλαστήρα)
είσοδος ελεύθερη 
24 Αυγουστου



Δευτέρα, 23 Ιουλίου 2012

Ρέα Γαλανάκη και Paul Éluard




Κάποτε γράφουν γράμματα γιατί γνωρίζουν

ότι αυτές θα είναι οι τελευταίες που αγαπήσαν
τον ήχο μιας σελίδας καθώς ξεδιπλώνεται
τον ήπιο τρόπο των χεριών που την αγγίζουν
το ίδιο φως απ' το παράθυρο

τη σύμβαση των τυπικών εκφράσεων
την έλλειψη μιας μονολεκτικής απάντησης
την πιθανότητα να ξαναδιαβαστούν σ' άγνωστο χρόνο
την προοπτική τους να γεράσουν με τον παραλήπτη
τη διαιώνιση της διαδρομής από τη μνήμη στην επιθυμία

τη μοναξιά περίπλοκων υπογραφών
τον κίνδυνο όσων αποσιωπήθηκαν
την τρέλα που ενεδρεύει πίσω απ' το μελάνι.

Ένα φλιτζάνι γάλα
κουμπωμένο το παλτό
κι ένα φιλί.
Τα συνοδεύουν ως την πόρτα του ταχυδρομείου.

-συλλογή: Οι τρυφερές-

     ---              ---               ---                 ---

και το ποίημα του 
Paul Éluard αφιερωμένο σ'εκείνη...


Αγάπη μου για να φουντώσουν οι πόθοι μου 
βάλε τα χείλη σου στον ουρανό τις λέξεις σου σαν άστρο 
τα φιλιά σου μες στη νύχτα φλογερά 
και σφίξε τα μπράτσα σου γύρω μου 


Κι όταν δεν είσαι δίπλα μου ονειρεύομαι ότι κοιμάμαι,
ονειρεύομαι ότι ονειρεύομαι 

Πέμπτη, 19 Ιουλίου 2012

Jacques Prévert





ΑΥΤΟΣ Ο ΕΡΩΤΑΣ
Αυτός ο έρωτας
Τόσο ορμητικός
Τόσο εύθραυστος
Τόσο απαλός
Τόσο απεγνωσμένος
Αυτός ο έρωτας
Όμορφος σαν τη μέρα
Κι άθλιος σαν τον καιρό
Όταν ο καιρός είναι κακός
Αυτός ο έρωτας τόσο αληθινός
Αυτός ο έρωτας τόσο ωραίος
Τόσο ευτυχισμένος
Τόσο εύθυμος
Και τόσο γελοίος
Tρέμοντας από φόβο όπως ένα παιδί μέσα στο σκοτάδι
Και τόσο σίγουρος για τον εαυτό του
Όπως ένας άντρας ήσυχος στη μέση της νύχτας
Αυτός ο έρωτας που τρόμαζε τους άλλους
Που τους έκανε να μιλούν
Που τους έκανε να χλωμιάζουν
Αυτός ο έρωτας που τον παραμονεύουν
Γιατί κι εμείς τον έχουμε παραμονεύσει
Περικυκλωμένος ,τραυματισμένος ,ποδοπατημένος
σκοτωμένος , απαρνημένος , ξεχασμένος
Γιατί εμείς τον έχουμε καταδιώξει τραυματίσει ποδοπατήσει
σκοτώσει απαρνηθεί ξεχάσει
Αυτός ο έρωτας ολόκληρος
Ακόμα τόσο ζωντανός
Και τόσο ηλιόλουστος
Είναι ο δικός σου
Είναι ο δικός μου
Αυτός που ήταν
Εκείνο το πράγμα το πάντα νέο
Και που δεν έχει αλλάξει
Το ίδιο αληθινός όσο κι ένα φυτό
Το ίδιο να τρέμει όσο και ένα πουλί
Το ίδιο ζεστός το ίδιο ζωντανός όσο και το καλοκαίρι
Μπορούμε εμείς οι δυο
Να φεύγουμε και να ξαναγυρίζουμε
Μπορούμε να ξεχάσουμε
Και μετά να κοιμηθούμε πάλι
Να ξυπνήσουμε να υποφέρουμε να γεράσουμε
Κι άλλο να κοιμηθούμε
Το θάνατο να ονειρευτούμε
Να ξυπνήσουμε να χαμογελάσουμε και να γελάσουμε
Και να ξανανιώσουμε
Ο έρωτας μας εκεί στέκεται
Σα μια γαϊδούρα πεισματάρης
Ζωντανός όπως ο πόθος
Άσπλαχνος όπως η μνήμη
Βλάκας όπως η κλάψα
Τρυφερός σαν την ανάμνηση
Κρύος σαν το μάρμαρο
Όμορφος σαν τη μέρα
Εύθραυστος σαν το παιδί
Μας κοιτά χαμογελώντας
Και μας μιλά χωρίς να λέει τίποτα
Κι εγώ τρέμοντας τον ακούω
Και φωνάζω
Φωνάζω για σένα
Φωνάζω για μένα
Σε ικετεύω
Για σένα για μένα και για όλους αυτούς που αγαπιούνται
Και που έχουν αγαπηθεί
Ναι του φωνάζω
Για σένα για μένα και για όλους τους άλλους
Που δεν τους γνωρίζω
Μείνε εκεί
Εκεί που είσαι
Εκεί που ήσουν παλιά
Μείνε εκεί
Μην κουνιέσαι
Να μη φύγεις
Εμείς που έχουμε αγαπηθεί
Σε έχουμε ξεχάσει
Εσύ μη μας ξεχνάς
Δεν έχουμε παρά μόνο εσένα πάνω στη γη
Μη μας αφήσεις να γίνουμε ψυχροί
Πολύ πιο μακριά πάντα
Και δεν έχει σημασία σε ποιο μέρος
Δώσε μας ένα σημάδι ζωής
Πολύ πιο αργά στη γωνιά κάποιας συστάδας
Μέσα στο δάσος της μνήμης
Ξεπρόβαλλε απότομα
Τέντωσέ μας το χέρι
Και να μας σώσεις

Jacques Prévert (μετάφραση: Κώστας Ριτσώνης)


Τετάρτη, 18 Ιουλίου 2012

Τάσος Λειβαδίτης






Θά ῾θελᾳ νὰ φωνάξω τ᾿ ὄνομά σου, ἀγάπη, μ᾿ ὅλη μου τὴν δύναμη.
Νὰ τ᾿ ἀκούσουν οἱ χτίστες ἀπ᾿ τὶς σκαλωσιὲς καὶ νὰ φιλιοῦνται μὲ τὸν ἥλιο
νὰ τὸ μάθουν στὰ καράβια οἱ θερμαστὲς καὶ ν᾿ ἀνασάνουν ὅλα τὰ τριαντάφυλλα
νὰ τ᾿ ἀκούσει ἡ ἄνοιξη καὶ νά ῾ρχεται πιὸ γρήγορα
νὰ τὸ μάθουν τὰ παιδιὰ γιὰ νὰ μὴν φοβοῦνται τὸ σκοτάδι,
νὰ τὸ λένε τὰ καλάμια στὶς ἀκροποταμιές, τὰ τρυγόνια πάνω στοὺς φράχτες
νὰ τ᾿ ἀκούσουν οἱ πρωτεύουσες τοῦ κόσμου καὶ νὰ τὸ ξαναποῦνε μ ὅλες τὶς καμπάνες τους
νὰ τὸ κουβεντιάζουνε τὰ βράδια οἱ πλύστρες χαϊδεύοντας τὰ πρησμένα χέρια τους.

Νὰ τὸ φωνάξω τόσο δυνατὰ
ποὺ νὰ μὴν ξανακοιμηθεῖ κανένα ὄνειρο στὸν κόσμο
καμιὰ ἐλπίδα πιὰ νὰ μὴν πεθάνει.

Νὰ τ᾿ ἀκούσει ὁ χρόνος καὶ νὰ μὴν σ᾿ ἀγγίξει, ἀγάπη μου, ποτέ.



Αυτό το αστέρι είναι για όλους μας
...δός μου τα χέρια σου να κρατήσω τη ζωή μου. 
Σ' όλους τους τοίχους απόψε ντουφεκίζεται η ζωή. 
Aνάμεσά μας ρίχναν οι άνθρωποι το μεγάλον ίσκιο τους. 
Tί θα απογίνουμε, αγαπημένη; 
...μια φέτα ψωμί που δε θα τη μοιραζόμαστε πως να την αγγίξω; 
Πως θάνοιγα μια πόρτα όταν δε θάτανε για να σε συναντήσω 
πως να διαβώ ενα κατώφλι αφού δε θάναι για να σε βρώ. 
Hταν σα νάχε πεθάνει κι η τελευταία ανάμνηση πάνω στη γή. 
Που είναι λοιπόν ένα χαμόγελο να μας βεβαιώσει πως υπάρχουμε... 
...ένιωσες ξαφνικά ένα χέρι να ψαχουλεύει στο σκοτάδι 
και να σφίγγει το δικό σου χέρι. 
Kι ηταν σα νάχε γεννηθεί η πρώτη ελπίδα πάνω στη γή. 
...έτσι λέει ο Hλίας: "εγώ θα βρώ τον τρόπο να παίζω φυσαρμόνικα" 
κι ας τούχουν κόψει και τα δυό του χέρια. 
Kι έτσι κάθε βράδι η λάμπα έσβυνε τη μέρα μας. 
Kι όταν ήτανε να πεθάνουμε αυτοί μας μίλησαν για τη ζωή. 
Tότε κι εμείς μπορέσαμε να πεθάνουμε. 
Σ' εύρισκα, αγαπημένη, στο χαμόγελο όλων των αυριανών ανθρώπων. 
Γιατί πριν μπεις ακόμα στη ζωή μου 
είχες πολύ ζήσει μέσα στα όνειρά μου 
αγαπημένη μου. 
Mα και τί να πεί κανείς 
όταν ο κόσμος είναι τόσο φωτεινός και τα μάτια σου 
τόσο μεγάλα. 
Yστερα έρχόταν η βροχή. 
Mα έγραφα σ' όλα μας τα χνωτισμένα τζάμια τ' όνομα σου 
κι έτσι είχε ξαστεριά στη κάμαρά μας. Kράταγα τα χέρια σου 
κι έτσι είχε πάντοτε η ζωή ουρανό κι εμπιστοσύνη.Tα μαλλιά σου είναι μαύρα όπως μια νύχτα, 
στο στόμα σου ανασαίνει ολάκερη η άνοιξη... 
Oλα μπορούσανε να γίνουνε στον κόσμο, αγάπη μου 
τότε που μου χαμογελούσες. 
Στην πιό μικρή στιγμή μαζί σου, έζησα όλη τη ζωή. 
Hξερες να δίνεσαι, αγάπη μου. Δινόσουνα ολάκερη 
και δεν κράταγες για τον εαυτό σου 
παρά μόνο την έγνοια αν έχεις ολάκερη δοθεί. 
Tο παιδί μας, Mαρία, θα πρέπει να μοιάζει με όλους τους 
ανθρώπους 
που δικαιώνουν τη ζωή. 
Φοβούνται τον ουρανό που κοιτάζουμε 
φοβούνται το πεζούλι που ακουμπάμε 
φοβούνται το αδράχτι της μητέρας μας και το αλφαβητάρι του 
παιδιού μας 
φοβούνται τα χέρια σου που ξέρουν ν' αγκαλιάζουν τόσο τρυφερά... 
Θα ξαναβρεθούμε μια μέρα. 
Kαι τότε 
όλα τα βράδια κι όλα τα τραγούδια 
θάναι δικά μας. 
Θάθελα να φωνάξω τ' όνομά σου, αγάπη, μ' όλη μου τη δύναμη. 
Nα το φωνάξω τόσο δυνατά 
που να μην ξανακοιμηθεί κανένα όνειρο στον κόσμο 
καμιά ελπίδα πιά να μήν πεθάνει. 
Aφού κάθε στιγμή οι άνθρωποι θα μας βρίσκουν 
στο ήρεμο ψωμί, 
στα δίκαια χέρια, 
στην αιώνια ελπίδα, 
πως θα μπορούσαμε, αγαπημένη μου, 
νάχουμε πεθάνει...

Sidney Bechet

Τρίτη, 17 Ιουλίου 2012

Woody Allen







«Η μοναδική στιγμή που είχα ταυτόχρονο οργασμό με τη γυναίκα μου ήταν όταν ο δικαστής υπέγραψε τα χαρτιά διαζυγίου»



«Για κάποιο λόγο με εκτιμούν περισσότερο στην Ευρώπη παρά στην πατρίδα μου. Οι υπότιτλοι εκεί πρέπει να είναι εξαιρετικοί..»












TAILS OF MANHATTAN

by 






Two weeks ago, Abe Moscowitz dropped dead of a heart attack and was reincarnated as a lobster. Trapped off the coast of Maine, he was shipped to Manhattan and dumped into a tank at a posh Upper East Side seafood restaurant. In the tank there were several other lobsters, one of whom recognized him. “Abe, is that you?” the creature asked, his antennae perking up.
“Who’s that? Who’s talking to me?” Moscowitz said, still dazed by the mystical slam-bang postmortem that had transmogrified him into a crustacean.
“It’s me, Moe Silverman,” the other lobster said.
“O.M.G.!” Moscowitz piped, recognizing the voice of an old gin-rummy colleague. “What’s going on?”
“We’re reborn,” Moe explained. “As a couple of two-pounders.”
“Lobsters? This is how I wind up after leading a just life? In a tank on Third Avenue?”
“The Lord works in strange ways,” Moe Silverman explained. “Take Phil Pinchuck. The man keeled over with an aneurysm, he’s now a hamster. All day, running at the stupid wheel. For years he was a Yale professor. My point is he’s gotten to like the wheel. He pedals and pedals, running nowhere, but he smiles.”
Moscowitz did not like his new condition at all. Why should a decent citizen like himself, a dentist, a mensch who deserved to relive life as a soaring eagle or ensconced in the lap of some sexy socialite getting his fur stroked, come back ignominiously as an entrée on a menu? It was his cruel fate to be delicious, to turn up as Today’s Special, along with a baked potato and dessert. This led to a discussion by the two lobsters of the mysteries of existence, of religion, and how capricious the universe was, when someone like Sol Drazin, a schlemiel they knew from the catering business, came back after a fatal stroke as a stud horse impregnating cute little thoroughbred fillies for high fees. Feeling sorry for himself and angry, Moscowitz swam about, unable to buy into Silverman’s Buddha-like resignation over the prospect of being served thermidor.
At that moment, who walked into the restaurant and sits down at a nearby table but Bernie Madoff. If Moscowitz had been bitter and agitated before, now he gasped as his tail started churning the water like an Evinrude.
“I don’t believe this,” he said, pressing his little black peepers to the glass walls. “That goniff who should be doing time, chopping rocks, making license plates, somehow slipped out of his apartment confinement and he’s treating himself to a shore dinner.”
“Clock the ice on his immortal beloved,” Moe observed, scanning Mrs. M.’s rings and bracelets.
Moscowitz fought back his acid reflux, a condition that had followed him from his former life. “He’s the reason I’m here,” he said, riled to a fever pitch.
“Tell me about it,” Moe Silverman said. “I played golf with the man in Florida, which incidentally he’ll move the ball with his foot if you’re not watching.”
    “Each month I got a statement from him,” Moscowitz ranted. “I knew such numbers looked too good to be kosher, and when I joked to him how it sounded like a Ponzi scheme he choked on his kugel. I had to do the Heimlich maneuver. Finally, after all that high living, it comes out he was a fraud and my net worth was bupkes. P.S., I had a myocardial infarction that registered at the oceanography lab in Tokyo.”
    “With me he played it coy,” Silverman said, instinctively frisking his carapace for a Xanax. “He told me at first he had no room for another investor. The more he put me off, the more I wanted in. I had him to dinner, and because he liked Rosalee’s blintzes he promised me the next opening would be mine. The day I found out he could handle my account I was so thrilled I cut my wife’s head out of our wedding photo and put his in. When I learned I was broke, I committed suicide by jumping off the roof of our golf club in Palm Beach. I had to wait half an hour to jump, I was twelfth in line.”
    At this moment, the captain escorted Madoff to the lobster tank, where the unctuous sharpie analyzed the assorted saltwater candidates for potential succulence and pointed to Moscowitz and Silverman. An obliging smile played on the captain’s face as he summoned a waiter to extract the pair from the tank.
    “This is the last straw!” Moscowitz cried, bracing himself for the consummate outrage. “To swindle me out of my life’s savings and then to nosh me in butter sauce! What kind of universe is this?”
    Moscowitz and Silverman, their ire reaching cosmic dimensions, rocked the tank to and fro until it toppled off its table, smashing its glass walls and flooding the hexagonal-tile floor. Heads turned as the alarmed captain looked on in stunned disbelief. Bent on vengeance, the two lobsters scuttled swiftly after Madoff. They reached his table in an instant, and Silverman went for his ankle. Moscowitz, summoning the strength of a madman, leaped from the floor and with one giant pincer took firm hold of Madoff’s nose. Screaming with pain, the gray-haired con artist hopped from the chair as Silverman strangled his instep with both claws. Patrons could not believe their eyes as they recognized Madoff, and began to cheer the lobsters.
    “This is for the widows and charities!” yelled Moscowitz. “Thanks to you, Hatikvah Hospital is now a skating rink!”
    Madoff, unable to free himself from the two Atlantic denizens, bolted from the restaurant and fled yelping into traffic. When Moscowitz tightened his viselike grip on his septum and Silverman tore through his shoe, they persuaded the oily scammer to plead guilty and apologize for his monumental hustle.
    By the end of the day, Madoff was in Lenox Hill Hospital, awash in welts and abrasions. The two renegade main courses, their rage slaked, had just enough strength left to flop away into the cold, deep waters of Sheepshead Bay, where, if I’m not mistaken, Moscowitz lives to this day with Yetta Belkin, whom he recognized from shopping at Fairway. In life she had always resembled a flounder, and after her fatal plane crash she came back as one. 

    Δευτέρα, 16 Ιουλίου 2012

    Το τραγούδι της μέρας..



























    Όταν γεννιέται ο άνθρωπος
    ένας καημός γεννιέται
    όταν φουντώνει ο πόλεμος
    το αίμα δε μετριέται

    Καίγομαι καίγομαι
    ρίξε κι άλλο λάδι στη φωτιά
    πνίγομαι πνίγομαι
    πέτα με σε θάλασσα βαθιά

    Ορκίστηκα στα μάτια σου
    που τα ‘χα σαν βαγγέλιο
    τη μαχαιριά που μου ‘δωκες
    να σου την κάμω γέλιο

    Μα συ βαθιά στην κόλαση
    την αλυσίδα σπάσε
    κι αν με τραβήξεις δίπλα σου
    ευλογημένος να ‘σαι

    Καίγομαι καίγομαι
    ρίξε κι άλλο λάδι στη φωτιά
    πνίγομαι πνίγομαι
    πέτα με σε θάλασσα βαθιά 






    Καλή εβδομάδα

    Κυριακή, 15 Ιουλίου 2012

    Χατζιδακιάς- Νίκος Γκάτσος




    Καλήν εσπέραν άρχοντες

    κι αν είναι ορισμός σας
    του Χατζιδάκι βάσανα 
    θα πω στ' αρχοντικό σας.

    Με του Μαγιού τις ευωδιές
    στου Φθινοπώρου τ΄άνθη
    γεννήθηκε,μεγάλωσε
    και σπούδασε στην Ξάνθη.

    Η μάνα του πολίτισσα
    ο κύρης του απ' την Κρήτη.
    Τον καζαμία διάβαζε
    και τον ονειροκρίτη.

    Από μικρός τα γράμματα
    του φέρναν αηδία.
    Την μουσική αγάπησε
    μα όχι τα ωδεία.

    Κι αντί να φύγει σ΄άλλη γη
    να πάει σ΄άλλα κράτη.
    Την Αττική προτίμησε
    και τ΄όμορφο Παγκράτι.

    Κι αντί σαν όλα τα παιδιά
    να βγει κι αυτός στο πάρκο.
    Τους οικοδόμους άκουγε
    που τραγουδούσαν Μάρκο.

    Καλήν εσπέραν άρχοντες
    κι ακούστε παρακάτω.
    Πως άλλοι βγαίνουν στον αφρό
    κι άλλοι κολλάν στον πάτο.

    Με τα χειρόγραφα σωρό
    τις μελωδίες μάτσο.
    Βρήκε ένα τύπο βλοσυρό
    που τον ελέγαν Γκάτσο.

    Καθήσαν κάτω και μαζί
    πολλά τραγούδια γράψαν.
    Που τα πουλιά σωπάσανε
    κι όλα τ' αηδόνια πάψαν.

    Παρασκευή, 13 Ιουλίου 2012

    Μανόλης Αναγνωστάκης




    13.12.43

    Θυμᾶσαι ποὺ σοῦ ῾λεγα
    Ὅταν σφυρίζουν τὰ πλοῖα μὴν εἶσαι στὸ λιμάνι.
    Μὰ ἡ μέρα ποὺ ἔφευγε ἤτανε δικιά μας
    καὶ δὲ θὰ θέλαμε ποτὲ νὰ τὴν ἀφήσουμε
    Ἕνα μαντήλι πικρὸ θὰ χαιρετᾶ τὴν ἀνίατου γυρισμοῦ
    Κι ἔβρεχε ἀλήθεια πολὺ κι ἤτανε ἔρημοι οἱ δρόμοι
    Μὲ μιὰ λεπτὴν ἀκαθόριστη χινοπωριάτικη γεύση
    Κλεισμένα παράθυρα κι οἱ ἄνθρωποι τόσο λησμονημένοι -
    Γιατί μᾶς ἄφησαν ὅλοι; Γιατί μᾶς ἄφησαν ὅλοι;
    Κι ἕσφιγγα τὰ χέρια σου Δὲν εἶχε τίποτα τ᾿ ἀλλόκοτο ἡ κραυγή μου.

    Θὰ φύγουμε κάποτε ἀθόρυβα καὶ θὰ πλανηθοῦμε
    Μὲς στὶς πολύβοες πολιτεῖες καὶ στὶς ἔρημες θάλασσες
    Μὲ μιὰν ἐπιθυμία φλογισμένη στὰ χείλια μας
    Εἶναι ἡ ἀγάπη ποὺ γυρέψαμε καὶ μᾶς τὴν ἀρνήθηκαν
    Ξεχνοῦσες τὰ δάκρυα, τὴ χαρὰ καὶ τὴ μνήμη μας
    Χαιρετώντας λευκὰ πανιὰ π᾿ ἀνεμίζονται.
    Ἴσως δὲ μένει τίποτ᾿ ἄλλο παρὰ αὐτὸ νὰ θυμόμαστε.
    Μὲς στὴν ψυχή μου σκιρτᾶ τὸ ἐναγώνιο Γιατί,
    Ρουφῶ τὸν ἀγέρα τῆς μοναξιᾶς καὶ τῆς ἐγκατάλειψης
    Χτυπῶ τοὺς τοίχους τῆς ὑγρῆς φυλακῆς μου
                καὶ δὲν προσμένω ἀπάντηση
    Κανεὶς δὲ θ᾿ ἀγγίξει τὴν ἔκταση τῆς στοργῆς
                καὶ τῆς θλίψης μου.

    Κι ἐσὺ περιμένεις ἕνα γράμμα ποὺ δὲν ἔρχεται
    Μιὰ μακρινὴ φωνὴ γυρνᾶ στὴ μνήμη σου καὶ σβήνει
    Κι ἕνας καθρέφτης μετρᾶ σκυθρωπὸς τὴ μορφή σου
    Τὴ χαμένη μας ἄγνοια, τὰ χαμένα φτερά.

     

    Θά ῾ρθει μιὰ μέρα

    Θά ῾ρθει μιὰ μέρα ποὺ δὲ θά ῾χουμε πιὰ τί νὰ ποῦμε
    Θὰ καθόμαστε ἀπέναντι καὶ θὰ κοιταζόμαστε στὰ μάτια
    Ἡ σιωπή μου θὰ λέει: Πόσο εἶσαι ὄμορφη, μὰ δὲ
    βρίσκω ἄλλο τρόπο νὰ στὸ πῶ
    Θὰ ταξιδέψουμε κάπου, ἔτσι ἀπὸ ἀνία ἢ γιὰ νὰ
    ποῦμε πὼς κι ἐμεῖς ταξιδέψαμε.
    Ὁ κόσμος ψάχνει σ᾿ ὅλη του τὴ ζωὴ νὰ βρεῖ τουλάχιστο
    τὸν ἔρωτα, μὰ δὲν βρίσκει τίποτα.
    Σκέφτομαι συχνὰ πὼς ἡ ζωή μας εἶναι τόσο μικρὴ
    ποὺ δὲν ἀξίζει κἂν νὰ τὴν ἀρχίσει κανείς.
    Ἀπ᾿ τὴν Ἀθήνα θὰ πάω στὸ Μοντεβίδεο ἴσως καὶ
    στὴ Σαγκάη, εἶναι κάτι κι αὐτὸ δὲ μπορεῖς
    νὰ τὸ ἀμφισβητήσεις.
    Καπνίσαμε -θυμήσου- ἀτέλειωτα τσιγάρα
    συζητώντας ἕνα βράδυ
    -ξεχνῶ πάνω σὲ τί- κι εἶναι κρῖμα γιατὶ ἦταν τόσο
     μα τόσο ἐνδιαφέρον.
    Μιὰ μέρα, ἂς ἤτανε, νὰ φύγω μακριά σου ἀλλὰ κι
    ἐκεῖ θά ῾ρθεις καὶ θὰ μὲ ζητήσεις
    Δὲ μπορεῖ, Θέ μου, νὰ φύγει κανεὶς μοναχός του.

    Στον Νίκο Ε... 1949

    Φίλοι
    Που φεύγουν
    Που χάνονται µια µέρα
    Φωνές
    Τη νύχτα
    Μακρινές φωνές
    Μάνας τρελής στους έρηµους δρόµους
    Κλάµα παιδιού χωρίς απάντηση
    Ερείπια
    Σαν τρυπηµένες σάπιες σηµαίες
    Εφιάλτες,
    Στα σιδερένια κρεβάτια
    Όταν το φως λιγοστεύει
    Τα ξηµερώµατα.


    Τα τρια μελοποιημένα ποιηματα του Μ.Α. απο τους Ταδε


    Πέμπτη, 12 Ιουλίου 2012

    Φοίβος Δεληβοριάς - foidel.gr




    Λένε πως είσαι πιο όμορφη απ' ό,τι ήσουν
    πως είσαι ότι θα 'θελαν όλοι να ζήσουν
    πως βρήκες το νόημα που 'χασα εγώ

    Λένε πως τα μαλλιά σου αλλάξανε χρώμα
    το σώμα σου άρωμα και λένε ακόμα
    πως έφυγε και το παλιό σου κενό

    Τι είναι αυτό που δεν μπορούσα
    όταν ήσουνα δίπλα μου να σου χαρίσω
    το άγριο ξημέρωμα να σταματήσω
    το χρόνο τον ψεύτη ή τον κανονικό

    Λένε πως είσαι κάπου που όλοι χορεύουν
    που φωτογραφίζουν και δημοσιεύουν
    που δεν έχουν χτες και δεν έχουν καιρό

    Ανεβαίνεις στα κτίρια σαν τους αγγέλους
    και ψάλλεις χαρούμενη τους τίτλους του τέλους
    αυτού που δεν έχω προλάβει να δω

    Τι είναι αυτό που δεν μπορούσα
    όταν ήσουνα δίπλα μου να σου χαρίσω
    το άγριο ξημέρωμα να σταματήσω
    το χρόνο τον ψεύτη ή τον κανονικό

    Λένε πως οι γυναίκες προδίδουν τους άνδρες
    για λίγην ασφάλεια έτσι λένε οι Κασσάνδρες
    μακάρι να ήτανε τόσο απλό

    Κάποιες μέρες η αγάπη απλά στρίβει το δρόμο
    κοιτάει λίγο πίσω σηκώνει τον ώμο
    και χάνεται ενώ εσύ ρωτάς το κενό

    Τι είναι αυτό που δεν κοιτούσα
    όταν ήσουνα δίπλα μου και λίγο ζούσα
    και νόμιζα πως δεν θα ξαναγυρνούσα
    στο χρόνο τον ψεύτη ή τον κανονικό









    (με το υπεροχο αστειο που έκανε η Μαρθα Φριντζηλα στην παρασταση τους χθες...)

    Τετάρτη, 11 Ιουλίου 2012

    Αχ Ευρώπη,
    εσύ μας μάρανες,
    Μας τη φέραν οι βάρβαροι
    Μας θαμπώσαν με δώρα
    Με χαντρούλες πολύχρωμες
    και κουτιά κόκα-κόλα


    Μας τη φέραν οι βάρβαροι
    μας φλομώσαν στο ψέμα
    μας τρελάναν στα πέναλτι
    και δεν έχουμε τέρμα


    Δεν μπορώ δεν μπορώ δεν μπορώ να τη βρω
    με κομπιούτερ και με κουμπάκια
    New Wave, Jazz, Rοck, Sex, Drugs, Rοck 'n' Rοll
    με τζατζίκι και με σουβλάκια

    Δευτέρα, 9 Ιουλίου 2012

    Anna Akhmatova




    Επίλογος
    Ι
    Κι έμαθα πώς συρρικνώνονται τα πρόσωπα
    Πώς ο τρόμος ελλοχεύει κάτω από τις βλεφαρίδες
    Και πώς η οδύνη γράφει με σφηνοειδείς χαρακτήρες
    Τραχιές γραμμές τα μάγουλα,
    Πώς κατάμαυρα ή ξανθά δαχτυλίδια τα μαλλιά
    Μονομιάς καλύπτονται απ’ ασημένια σκόνη,
    Και σβήνει το χαμόγελό μου στα πειθήνιά μου χείλη
    Κι ο φόβος, είναι νεκρικός, θροΐζει στο σβησμένο μου γελάκι.
    Και για μένα δεν προσεύχομαι μοναχά,
    Αλλά για όλους, αυτούς που στάθηκαν μαζί μου στη σειρά
    Στη ζέστα του Ιούλη, στο ψύχος του χειμώνα
    Κάτω από τον τόσο κόκκινο, τον τοίχο, κι αθώρητο ακόμα.
    ΙΙ
    Και πάλι, σίμωσε της θύμησης η ώρα
    Σας βλέπω, σας αισθάνομαι και σας ακούω τώρα:
    Κι εκείνη που σχεδόν στο τέλος είχαν σύρει,
    Κι εκείνη που ποτέ ξανά τη γη της θα πατήσει,
    Κι εκείνη που είπε σείοντας τ’ ωραίο της κεφάλι:
    «Το να επιστρέφω πάλι εδώ, σπίτι επιστρέφω πάλι».
    Να τις φωνάξω ήθελα με τα ονόματά τους
    Μα οι λίστες έχουνε χαθεί με τ’ αναφορικά τους.
    Και έχω υφάνει για όλες τους μαντήλι που είν’ φαρδύ
    Απ’ τις φτωχές τις λέξεις τους, που άκουσα εκεί.
    Πάντα και οπουδήποτε θα τις αναθυμούμαι
    Δεν πρόκειται απ’ τη μνήμη μου αυτές να ξεχαστούνε
    Και αν το εξαντλημένο μου μού το φιμώσουν στόμα
    Μ’ αυτό που ξεφωνίζουν εκατό λαού εκατομμύρια ακόμα
    Τότε στη μνήμη τους εμέ
    Παραμονή επετείου μου ίσως με θυμηθούνε
    Κι αν κάποιοι αποφασίσουνε για εμένα να στήσουν
    Στη χώρα αυτή μια προτομή τιμή για να μου δείξουν
    Σε τέτοιο πανηγύρι συναινώ
    Μα βάζω όρο αυτόν εδώ - να στέκει
    Οχι στη Μαύρη Θάλασσα π’ αντίκρισα το φως-
    Γι’ αυτή κάθε συναίσθημα χαμένο εντελώς,
    Ούτε στους κήπους του τσάρου, στην απόμακρη γωνιά
    Εκεί που με γυρεύει μια πένθιμη σκιά,
    Αλλά εδώ, εδώ που στάθηκα τριακόσιες ώρες
    Μα δεν ξεκλείδωσαν για μένα ποτέ οι βαριές οι πόρτες.
    Γιατί ακόμα και στον μακάριο θάνατο θέλω για πάντα να μείνει
    Ο ορυμαγδός από τις κλούβες της αστυνομίας μες στη μνήμη
    Απ’ το σφράγισμα της πόρτας, ο κρότος, το μπουμπουνητό
    Και το σαν πληγωμένου ζώου της γριάς γυναίκας, το ουρλιαχτό.
    Κι από τ’ ασάλευτα, τα χάλκινα, τα τσίνορα μου,
    Ας κυλούν σαν χιόνι που λιώνει τα δάκρυα μου
    Κι ας γουργουρίζει ένα περιστέρι της φυλακής πέρα μακριά,
    Και ας ταξιδεύουν τα πλοία στον Νέβα βουβά.
    Μάρτιος 1940



    To τραγούδι της τελευταίας συνάντησης
    Στο στήθος ένα σφίξιμο
    το βήμα χάνω, πάω βιαστική
    από την αγωνία, την λαχτάρα, φόρεσα
    το γάντι το αριστερό, στο χέρι το δεξί.
    Τόσα σκαλιά ν’ ανέβω, αδύνατον.
    Μα, είναι τρία, χρυσή μου.
    Ηχος γλυκός σαλεύει μες στα δέντρα
    και το φθινόπωρο μου λέει “Πέθανε μαζί μου”.
    Η τύχη μου παντοτινά ασταθής
    άχαρη, σαν εσένα. Είμαι απελπισμένη.
    Λύση καμιά δεν βλέπω, ω! ακριβέ.
    Πεθαίνω εγκαταλειμμένη.
    Tο βλέμμα στρέφω, να το σπίτι μας κι η κάμαρα
    κεχριμπαρένια καίνε τα κεριά
    της τελευταίας μας συνάντησης το σμίξιμο
    και η φωνή σου μες στ΄ αυτιά μου ακόμα τραγουδά».

    Σαν άσπρη πέτρα μέσα στο πηγάδι,
    μια ανάμνηση εντός μου επιμένει.
    Ούτε μπορώ ούτε θέλω να τη διώξω:
    είναι χαρούμενη μαζί και λυπημένη
    Μου φαίνεται πως θα τη δει αμέσως
    όποιος βαθιά στα μάτια με κοιτάξει.
    Και θ’ απομακρυνθεί συλλογισμένος
    σαν για μια θλιβερή ν’ άκουσε πράξη.
    Ξέρω πως οι θεοί μεταμορφώναν
    ανθρώπους σ’ αντικείμενα μ’ αισθήσεις
    ώστε να ζουν παντοτινά οι εξαίσιες θλίψεις.
    Ως η ανάμνησή μου εσύ θα ζήσεις


    μεταφράσεις ποιημάτων απο 
    Άρη Αλεξάνδρου και Γιώργου Τσακνιά

    Αρσένι Ταρκόφσκι


    Απ’ το πρωί χτες σε περίμενα

    Απ’ το πρωί, χτες, σε περίμενα,
    το ΄ξεραν πως δε θα ’ρθεις, το ’χαν μαντέψει.
    Θυμάσαι τι όμορφη μέρα ήταν;
    Σωστή γιορτή. Δε χρειαζόμουν πανωφόρι.

    Ήρθες πια σήμερα, κι η μέρα
    βγήκε μελαγχολική, βαριά,
    κι έβρεχε, κι ήταν κάπως αργά,
    και τα κλαδιά κρύα από τις βροχοστάλες.
    .
    Η λέξη δεν παρηγορεί, τομαντίλι δε σφουγγίζει.



    Πάει πια το καλοκαίρι

    Πάει πια το καλοκαίρι,
    θαρρείς και δεν υπήρξε.
    Στη λιακάδα είναι ζεστά,
    μα αυτό δε φτάνει.

    Όλα γίναν τελικά,
    πέσαν όλα στα χέρια μου
    σαν φύλλο πενταπλό,
    μα αυτό δε φτάνει.

    Ό,τι κακό δε χάθηκε,
    ό,τι καλό δεν ήταν μάταιο,
    όλα λαμποκοπούν μες στο καθάριο φως,
    μα αυτό δε φτάνει.

    Η ζωή με περιμάζεψε
    σώο μες στη φτερούγα της,
    κι η τύχη μου πάντα βαστάει,
    μα αυτό δε φτάνει.

    Φύλλο δεν κάηκε,
    κλαδί δεν τσάκισε...
    Καθαρή σαν το γυαλί είναι η μέρα,
    μα αυτό δε φτάνει.



    Ωδή

    Το ψωμί λιγοστό, ο αγέρας λιγοστός,
    Τους πάγους, σαν σιρίτι, από τους ώμους να ξηλώσω,
    Στον λάρυγγα να μπει ο ακτινοβόλος ουρανός,
    Ανάμεσα σε δυο ωκεανούς να γείρω,
    Στα πόδια σου από κάτω, καθ’ οδόν,  να ξαπλώσω
    Αστρόσκονη στων αστεριών την άμμο να γενώ,
    πάνω από σε για να πετούν οι φτερωτοί θεοί
    Από λουλούδι σε λουλούδι.

    Θα μπορούσες να ‘ρθεις πιο νωρίς
    Το ύψος σου να μου δείξεις,
    Οι γίγαντες θα μπορούσαν να ‘ρθουν πιο νωρίς
    Τη βίβλο σου με λήθη να τυλίξουν
    Το νέο μου το όνομα θα μπορούσες πιο νωρίς
    Στη γλώσσα σου να επιλέξεις, -
    Από τα πέλματά σου κάτω να αναφλεγώ
    Για πάντα στην άμμο να χαθώ.


    Ωδή δεύτερη

    Από το κεφάλι μου κάτω το χέρι σου βάλε
    Και μέχρι την αυγή κράτα με
    Για την ευτυχία και το βάσανο άντεξε με,
    Και ξανά στην κορυφή στείλε με,

    Η παγωμένη σου φωτιά
    Γαλάζιο αλάτι στο μέτωπο ας κυλά.
    Σαν κάτω από το βουνό, σ’ εμέ μπροστά
    Θρόιζαν δάση και σιτοχώραφα.

    Στα πέλματα από κάτω, φλεγόμενος κορμός, το αίμα
    Από τους πρόποδες με το κεφάλι κάτω κυλά,
    Το κάθε του κλαδί μαστίγωσε  τη θάλασσα  
    Κι έκανε να ξωκείλουν τα καράβια.  

    Το πρώιμο σου κάλεσμα αρχικά
    Ηχούσε μα δεν εχάθη στα βουνά. . .
    Τους άλλους μεταμόρφωνες σ’ αστέρια
    με τους θρύλους σου, όπως έκανες κι εμένα.

    Ο Αρσένι Αλεξάντροβιτς Ταρκόφσκι γεννήθηκε στο Ελισάβετγκραντ της Ρωσίας στις 24 Ιουνίου 1907 

    Κυριακή, 8 Ιουλίου 2012

    Janis Joplin Me and Bobby Mc Gee



    Me and Bobby Mc Gee






    Busted flat in Baton Rouge, waiting for a train 
    And Is feeling nearly as faded as my jeans. 
    Bobby thumbed a diesel down just before it rained, 
    It rode us all the way to New Orleans. 

    I pulled my harpoon out of my dirty red bandanna, 
    I was playing soft while Bobby sang the blues. 
    Windshield wipers slapping time, I was holding Bobbys hand in mine, 
    We sang every song that driver knew. 

    Freedom is just another word for nothing left to lose, 
    Nothing dont mean nothing honey if it aint free, now now. 
    And feeling good was easy, Lord, when he sang the blues, 
    You know feeling good was good enough for me, 
    Good enough for me and my Bobby McGee. 

    From the Kentucky coal mines to the California sun, 
    Hey, Bobby shared the secrets of my soul. 
    Through all kinds of weather, through everything that we done, 
    Hey Bobby baby kept me from the cold. 

    One day up near Salinas, Lord, I let him slip away, 
    Hes looking for that home and I hope he finds it, 
    But Id trade all of my tomorrows for one single yesterday 
    To be holding Bobbys body next to mine. 

    Freedom is just another word for nothing left to lose, 
    Nothing, thats all that Bobby left me,
    But feeling good was easy, Lord, when he sang the blues, 
    Hey, feeling good was good enough for me,
    Good enough for me and my Bobby McGee.