Δευτέρα, 30 Ιανουαρίου 2012

Εκεινα που δεν λεγονται.






Σε ορυχεία σκοτεινά πετάω τα σκουπίδια
όσα μου έφερε η ζωή μα όσα και εγώ της πήγα
εκείνα που δε λέγονται δε λιώνουν σε καμίνι
που θα τα πάρει ο διάβολος να κάνει κομποσκοίνι

Πολλές φορές προσπάθησα μ' αυτά τα γαμημένα
αντί να βγούν στα χείλη μου σφηνώνουν στον αυχένα
Για αυτό άμα δείτε μάγκες μου έτσι πως τραγουδάω
ρίχνω το σώμα μου μπροστά σα να σας προσκυνάω



Κυριακή, 29 Ιανουαρίου 2012

Ντινος Χριστιανοπουλος























Γεννήθηκε τὸ 1931 στὴ Θεσσαλονίκη ὅπου καὶ ζεῖ. 



Ἐπικίνδυνη Μοναξιά

Ὅταν τὶς νύχτες τριγυρνῶ στὴ μοναξιά μου,
ψάχνω μέσ᾿ σὲ χιλιάδες πρόσωπα νὰ βρῶ
ἐκεῖνο τὸ τρεμούλιασμα στὴν ἄκρη τοῦ ματιοῦ σου.

Ἂν ἔστω κι ἕνας μόνο ἀπηχοῦσε
κάτι ἀπ᾿ τὴ δική σου ὀμορφιά,
θὰ τοῦ ῾λεγα: -«Λοιπόν, τί περιμένεις;
μὲ τὰ καρφιὰ τῶν παπουτσιῶν σου κάρφωσέ με
».

καὶ δὲ θὰ καρτεροῦσα πιὰ γλυκὸ φιλὶ
οὔτε μία τρυφερὴ περίπτυξη.

Ἀναστολή

Ὅ,τι ὀνειρεύτηκα τόσα καὶ τόσα βράδια,
ὅ,τι πεθύμησα μὲ τόση ἀλλοφροσύνη,
ὅ,τι σχεδίασα μὲ τόσο πυρετό,
μόλις σὲ δῶ, γλυκιά μου ἐξουθένωση,
στὰ μάτια καὶ τὰ χείλη τὸ ἀναστέλλω,
γιὰ μία στιγμὴ πιὸ ἀπελπισμένη τὸ ἀναβάλλω,
γιατί μονάχα ὅταν τὰ χέρια μου σὲ χάνουν,
ἡ πονεμένη φαντασία μου σὲ κερδίζει.

(ἀπὸ τὴ Συλλογή: «Ξένα Γόνατα»)

Ἐκεῖνοι ποὺ μᾶς παίδεψαν

Ἐκεῖνοι ποὺ μᾶς παίδεψαν βαραίνουν μέσα μας πιὸ πολύ,
ὅμως ἡ δική σου τρυφερότητα πόσο καιρὸ ἀκόμα θὰ βαστάξει;
Ὅ,τι μᾶς γλύκανε, τὸ ξέπλυνε ὁ χρόνος κι ἡ συναλλαγή,
ἐκεῖνοι ποὺ μᾶς χαμογέλασαν βουλιάξαν σὲ βαθιὰ πηγάδια
καὶ μείναν μόνο κεῖνοι ποὺ μᾶς πλήγωσαν,
ἐκεῖνοι ποὺ ἀρνήθηκαν νὰ τοὺς ὑποταχτοῦμε.
Ἐκεῖνοι ποὺ μᾶς παίδεψαν βαραίνουν πιὸ πολύ...

(1955)

Ἑνὸς λεπτοῦ σιγή

Ἐσεῖς ποὺ βρήκατε τὸν ἄνθρωπά σας
κι ἔχετε ἕνα χέρι νὰ σᾶς σφίγγει τρυφερά,
ἕναν ὦμο ν᾿ ἀκουμπᾶτε τὴν πίκρα σας,
ἕνα κορμὶ νὰ ὑπερασπίζει τὴν ἔξαψή σας,

κοκκινίσατε ἄραγε γιὰ τὴν τόση εὐτυχία σας,
ἔστω καὶ μία φορά;
Εἴπατε νὰ κρατήσετε ἑνὸς λεπτοῦ σιγή
γιὰ τοὺς ἀπεγνωσμένους;

(ἀπὸ τὴ Συλλογή: «Ἀνυπεράσπιστος Καημός»)

Τὸ Δάσος

Δὲν ξεριζώνονται οἱ νύχτες ἀπὸ μέσα μας,
βλασταίνουν φύλλα καὶ κλαδιὰ
κι ἔρχονται τὰ πουλιὰ τοῦ ἔρωτα καὶ κελαηδοῦνε.

Δὲν ξεριζώνονται οἱ νύχτες ἀπὸ μέσα μας,
οἱ σπόροι τους φυτρώνουν δάσος σκοτεινό,
στὶς λόχμες του ὁ φόβος ἐνεδρεύει.

Ζῷα μικρὰ καὶ ζῷα ἄγρια τὸ κατοικοῦν,
ὄχεντρες ἕρπουν καὶ ρημάζουν τὶς φωλιές μας,
λιοντάρια ἑτοιμάζονται νὰ μᾶς ξεσκίσουν.

Δὲν ξεριζώνονται οἱ νύχτες ἀπὸ μέσα μας,
ἔγιναν δάσος σκοτεινὸ καὶ μᾶς πλακώνουν.

(ἀπὸ τὴ Συλλογή: «Ὁ Ἀλλήθωρος»)

Ὁ Φωτογράφος

Σ᾿ αὐτὴν ἐδῶ τὴ γειτονιὰ
σ᾿ αὐτὰ ἐδῶ τὰ μερὴ
ὁ φωτογράφος θά ῾πρεπε
νὰ ἤτανε ξεφτέρι
νά ῾ταν τεχνίτης, μερακλὴς
κι ἀπ᾿ ὀμορφιὰ νὰ ξέρει.

Σ᾿ αὐτὴν ἐδῶ τὴ γειτονιὰ
ἂς ἤμουν φωτογράφος
νὰ ὑπηρετῶ τὴν ὀμορφιὰ
μὲ τέχνη καὶ μὲ πάθος.

Νά ῾ρχοντ᾿ ὀμορφοκόριτσα
καὶ λαϊκὲς παρέες
νὰ παίρνουν πόζες ὄμορφες
καμαρωτὲς κι ὡραῖες
γιὰ εἰκοσιτετράωρες
καὶ ἑβδομαδιαῖες.

ΤΙ ΝΑ ΤΑ ΚΑΝΩ ΤΑ ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ ΣΑΣ

Τί νὰ τὰ κάνω τὰ τραγούδια σας
ποτὲ δὲ λένε τὴν ἀλήθεια
ὁ κόσμος ὑποφέρει καὶ πονᾷ
κι ἐσεῖς τὰ ἴδια παραμύθια

Τί νὰ τὰ κάνω τὰ τραγούδια σας
εἶναι πολὺ ζαχαρωμένα
ταιριάζουν σὲ σοκολατόπαιδα
μὰ δὲ ταιριάζουνε γιὰ μένα
Ποιήματα
ἔκδ. Διαγώνιος, Θεσσαλονίκη, 1992

ΙΘΑΚΗ

Δὲν ξέρω ἂν ἔφυγα ἀπὸ συνέπεια
ἢ ἀπὸ ἀνάγκη νὰ ξεφύγω τὸν ἑαυτό μου,
τὴ στενὴ καὶ μικρόχαρη Ἰθάκη
μὲ τὰ χριστιανικά της σωματεῖα
καὶ τὴν ἀσφυχτική της ἠθική.
Πάντως, δὲν ἦταν λύση, ἦταν ἡμίμετρο.
Κι ἀπὸ τότε κυλιέμαι ἀπὸ δρόμο σὲ δρόμο
ἀποχτώντας πληγὲς κι ἐμπειρίες.
Οἱ φίλοι ποὺ ἀγάπησα ἔχουνε πιὰ χαθεῖ
κι ἔμεινα μόνος τρέμοντας μήπως μὲ δεῖ κανένας
ποὺ κάποτε τοῦ μίλησα γιὰ ἰδανικά…
Τώρα ἐπιστρέφω μὲ μίαν ὕποπτη προσπάθεια
νὰ φανῶ ἄψογος, ἀκέραιος, ἐπιστρέφω
κι εἶμαι, Θεέ μου, σὰν τὸν ἄσωτο ποὺ ἀφήνει
τὴν ἀλητεία, πικραμένος, καὶ γυρνάει
στὸν πατέρα τὸν καλόκαρδο, νὰ ζήσει
στοὺς κόλπους του μίαν ἀσωτία ἰδιωτική.
Τὸν Ποσειδῶνα μέσα μου τὸν φέρνω,
ποὺ μὲ κρατάει πάντα μακριά.
Μὰ κι ἂν ἀκόμα δυνηθῶ νὰ προσεγγίσω,
τάχα ἡ Ἰθάκη θὰ μοῦ βρεῖ τὴ λύση;

ΑΠΟΛΟΓΙΣΜΟΣ ΤΗΣ ΜΟΝΑΞΙΑΣ

Σπασμένες μέσα μου εἰκόνες ἀνταπόκρισης,
ρήμαγμα μέσα σὲ ξένες ἀγκαλιές,
ἀπελπισμένο κρέμασμα ἀπὸ λαγόνια ξένα.
Πέσιμο ἐκεῖ ποὺ μοναχὰ ἡ μοναξιὰ ὁδηγεῖ:
νὰ ὑποτάξω ἀκόμη καὶ τὸ πνεῦμα μου,
νὰ τὸ προσφέρω σὰν τὴν ἔσχατη ὑποταγή.

(1953)

ΒΡΟΧΟΣ

Τώρα ποὺ σ᾿ ἔχω διαγράψει ἀπ᾿ τὴν καρδιά μου,
ξαναγυρνᾷς ὅλο καὶ πιὸ πολὺ ἐπίμονα,
ὅλο καὶ πιὸ πολὺ τυραννικά.
Δὲν ἔχουν ἔλεος τὰ μάτια σου γιὰ μένα,
δὲν ἔχουν τρυφερότητα τὰ λόγια σου,
τὰ δάχτυλά σου ἔγιναν τώρα πιὸ σκληρά,
ἔγιναν πιὸ κατάλληλα γιὰ τὸ λαιμό μου.

ΕΡΩΤΑΣ

Νὰ σοῦ γλείψω τὰ χέρια, νὰ σοῦ γλείψω τὰ πόδια –
ἡ ἀγάπη κερδίζεται μὲ τὴν ὑποταγή.
Δὲν ξέρω πῶς ἀντιλαμβάνεσαι ἐσὺ τὸν ἔρωτα.
Δὲν εἶναι μόνο μούσκεμα χειλιῶν,
φυτέματα ἀγκαλιασμάτων στὶς μασχάλες,
συσκότιση παραπόνου,
παρηγοριὰ σπασμῶν.
Εἶναι προπάντων ἐπαλήθευση τῆς μοναξιᾶς μας,
ὅταν ἐπιχειροῦμε νὰ κουρνιάσουμε σὲ δυσκολοκατάχτητο κορμί.

ΜΕ ΚΑΤΑΝΥΞΗ

Ἔλα νὰ ἀνταλλάξουμε κορμὶ καὶ μοναξιά.
Νὰ σοῦ δώσω ἀπόγνωση, νὰ μὴν εἶσαι ζῷο,
νὰ μοῦ δώσεις δύναμη, νὰ μὴν εἶμαι ράκος.
Νὰ σοῦ δώσω συντριβή, νὰ μὴν εἶσαι μοῦτρο,
νὰ μοῦ δώσεις χόβολη, νὰ μὴν ξεπαγιάσω.
Κι ὕστερα νὰ πέσω μὲ κατάνυξη στὰ πόδια σου,
γιὰ νὰ μάθεις πιὰ νὰ μὴν κλωτσᾶς.

ΟΤΑΝ ΣΕ ΠΕΡΙΜΕΝΩ

Ὅταν σὲ περιμένω καὶ δὲν ἔρχεσαι,
ὁ νοῦς μου πάει στοὺς τσαλακωμένους,
σ᾿ αὐτοὺς ποὺ ὧρες στέκονται σὲ μία οὐρά,
ἔξω ἀπὸ μία πόρτα ἢ μπροστὰ σ᾿ ἕναν ὑπάλληλο,
κι ἐκλιπαροῦν μὲ μία αἴτηση στὸ χέρι
γιὰ μία ὑπογραφή, γιὰ μία ψευτοσύνταξη.
Ὅταν σὲ περιμένω καὶ δὲν ἔρχεσαι,
γίνομαι ἕνα με τοὺς τσαλακωμένους.

ΤΕΛΟΣ

Τώρα ποὺ βρῆκα πιὰ μίαν ἀγκαλιά,
καλύτερη κι ἀπ᾿ ὅ,τι λαχταροῦσα,
τώρα ποὺ μοῦ ῾ρθαν ὅλα ὅπως τὰ ῾θελα
κι ἀρχίζω νὰ βολεύομαι μὲς στὴν κρυφὴ χαρά μου,
νιώθω πὼς κάτι μέσα μου σαπίζει.

ΕΓΚΑΤΑΛΕΙΠΩ ΤΗΝ ΠΟΙΗΣΗ

Ἐγκαταλείπω τὴν ποίηση δὲ θὰ πεῖ προδοσία,
δὲ θὰ πεῖ ἀνοίγω ἕνα παράθυρο γιὰ τὴ συναλλαγή.
Τέλειωσαν πιὰ τὰ πρελούδια, ᾖρθε ἡ ὥρα τοῦ κατακλυσμοῦ.
Ὅσοι δὲν εἶναι ἀρκετὰ κολασμένοι πρέπει ἐπιτέλους νὰ σωπάσουν,
νὰ δοῦν μὲ τί καινούριους τρόπους μποροῦν νὰ ἀπαυδήσουν τὴ ζωή.
Ἐγκαταλείπω τὴν ποίηση δὲ θὰ πεῖ προδοσία.
Νὰ μὴ μὲ κατηγορήσουν γιὰ εὐκολία, πὼς δὲν ἔσκαψα βαθιά,
πὼς δὲ βύθισα τὸ μαχαίρι στὰ πιὸ γυμνά μου κόκαλα.
ὅμως εἶμαι ἄνθρωπος κι ἐγώ, ἐπιτέλους κουράστηκα, πῶς τὸ λένε,
κούραση πιὸ τρομαχτικὴ ἀπὸ τὴν ποίηση ὑπάρχει;
Ἐγκαταλείπω τὴν ποίηση δὲ θὰ πεῖ προδοσία.
Βρίσκει κανεὶς τόσους τρόπους νὰ ἐπιμεληθεῖ τὴν καταστροφή του.

(1956)

Η ΘΑΛΑΣΣΑ

Ἡ θάλασσα εἶναι σὰν τὸν ἔρωτα:
μπαίνεις καὶ δὲν ξέρεις ἂν θὰ βγεῖς.
Πόσοι δὲν ἔφαγαν τὰ νιάτα τους –
μοιραῖες βουτιές, θανατερὲς καταδύσεις,
γράμπες, πηγάδια, βράχια ἀθέατα,
ρουφῆχτρες, καρχαρίες, μέδουσες.
Ἀλίμονο ἂν κόψουμε τὰ μπάνια
Μόνο καὶ μόνο γιατί πνίγηκαν πεντέξι.
Ἀλίμονο ἂν προδώσουμε τὴ θάλασσα
Γιατὶ ἔχει τρόπους νὰ μᾶς καταπίνει.
Ἡ θάλασσα εἶναι σὰν τὸν ἔρωτα:
χίλιοι τὴ χαίρονται – ἕνας τὴν πληρώνει.

(1962)

ΜΙΚΡΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ

Τὸ Κορμὶ καὶ τὸ Σαράκι

μπατιρημένο κουρεῖο
Σάββατο βράδυ
χωρὶς δουλειὰ
μπατιρημένο κορμὶ
Σάββατο βράδυ
χωρὶς ἔρωτα


τὸ φιλὶ
ἑνώνει πιὸ πολὺ
ἀπ᾿ τὸ κορμὶ
γι᾿ αὐτὸ τὸ ἀποφεύγουν
οἱ πιὸ πολλοὶ


τὸ γατί μου
δὲ χορταίνει μόνο μὲ χάδια
θέλει καὶ φαΐ
τὸ κορμί μου
δὲ χορταίνει μόνο μὲ φαΐ
θέλει καὶ χάδια


ἀπ᾿ ὅλα τὰ ἀφηρημένα οὐσιαστικὰ
πειράζει νὰ ἑξαιρέσουμε τὴ μοναξιά;


ἀφαίρεσε τὴ νύχτα ἀπ᾿ τὰ μάτια σου –
πῶς νὰ παλέψω μόνος με τοὺς δυό σας;

ἡ νύχτα εἶναι παγερὴ
καὶ μ᾿ ἔχεις στήσει
μὲ γέλασες
μὲ γέρασες


μὴν καταργεῖτε τὴν ὑπογεγραμμένη
ἰδίως κάτω ἀπὸ τὸ ὠμέγα
εἶναι κρῖμα νὰ ἐκλείψει
ἡ πιὸ μικρὴ ἀσέλγεια
τοῦ ἀλφαβήτου μας


κάθε φορὰ ποὺ νομίζω πὼς σ᾿ ἔχω στὸ χέρι
βλέπω πόσο ὁ ἔρωτας εἶναι ἀχειροποίητος


ἔλαιον θέλω καὶ οὐ θυσίαν
κι ἐμεῖς ποὺ θυσιαστήκαμε;
κι ἐμεῖς ποὺ δὲ λαδώσαμε;


ἔχτισα τὸν παράδεισό μου
μὲ τὰ ὑλικὰ τῆς κόλασής σου


θυσίασα τὸν ὕπνο μου κυρία
γιὰ νὰ διαβάσω τὰ ποιήματά σας
κι ἐκεῖνα μ᾿ ἀποκοίμησαν


Θανάση γιατί ἔκοψες τὸ ἄλφα ἀπὸ μπροστά;
γιὰ ἕνα γράμμα χάνεις τὴν ἀθανασία


τὰ πρόβατα ἀπήργησαν
ζητοῦν καλύτερες συνθῆκες σφαγῆς


«ὅταν πεθάνω, νὰ μὲ θάψτε στὸ χωριό» –
θέλουν νὰ τιμήσουν μὲ τὸ πτῶμα τους
τὴν πατρίδα ποὺ ἀρνήθηκαν μὲ τὸ σῶμα τους


ὡραῖα ἑρμηνεύεις τὰ τραγούδια
ἂς δοῦμε πῶς τὰ καταφέρνεις καὶ στὰ παρατράγουδα


καὶ τί δὲν κάνατε γιὰ νὰ μὲ θάψετε
ὅμως ξεχάσατε πὼς ἤμουν σπόρος


μιὰ γυναῖκα στὸ δρόμο
μαλώνει τὸ παιδάκι της
«δε θὰ πᾶμε στὸ σπίτι;
θὰ σὲ κρεμάσω ἀνάποδα»
γύρισα κι εἶδα τὸ μικρό:
ἤτανε κιόλας κρεμασμένο


ἡ νύχτα μὲ ὁδήγησε σ᾿ αὐτοὺς τοὺς δρόμους;
ἢ αὐτοὶ οἱ δρόμοι μὲ ὁδήγησαν στὴ νύχτα;


γιὰ τὸ πέτσινο σακάκι σου
ποὺ σὲ κάνει τόσο ὡραῖο
ἔχασε τὴ ζωή του ἕνα ζῷο
καὶ κοντεύω νὰ τὴ χάσω κι ἐγώ





Πέμπτη, 26 Ιανουαρίου 2012

Το ποίημα της Πέμπτης.



































Το Σώμα της.

Απάλυνα το σώμα σου με τόσα χάδια,
ώστε μοιάζεις τώρα με την Ελ Γκούφ, την Ιερή Πέτρα,
που τα χείλη μυριάδων πιστών, την ελείαναν με τα φιλιά τους.

Κι αν σβήσει ο ήλιος και το φεγγάρι πέσει, εμένα το σώμα σου
θα με φωτίζει με φως θαμπωτικό.




Αυτο το ποίημα είναι ενος αγνωστου αραβα ποιητη.
Σε μετάφραση του Κώστα Τρικογλίδη.


Το περιβόλι της αγάπης..

Σάββατο, 21 Ιανουαρίου 2012

Elderdiry M. Fadul.







































Holes on the walls approaching.
Glancing eyes at you.
A shadow of a woman a cloud
a shadow of a man
An evil wandering spirit. Resist.
                                  Resist.
A devil.
Push it far...
till it languish or die
or some...

          ''Some...'' 1990
Elderdiry M. Fadul.


''Αν οχι''

Αν είναι όντως έτσι
ή εαν δεν είναι
θα έρθει καιρος
θα έρθει
είτε αυτοί επανορθώσουν είτε οχι
θα ερθει
αλλά άστους να αγωνιστούν
η δυναμη του τους αφησε
Οταν εγω ξεκουράζω τα βλεφαρα μου
στην εικονα σου
κοιμαμαι ησυχα ολονυχτις
Αστους.

           ---             ---

''Εικόνα''

Στην κορφη του ωκεανού
πέρα απο το φεγγάρι,
βουνα στοιβάζονται πανω σε βουνά
Με βαθουλωμένα μάτια
στραμμένα προς τη θάλασσα
ρίχνουν την ψυχρή σκιά τους
πάνω στη ζωή.
Τεράστια, απόλυτα φλεγόμενα
Καρφωμένα να βλέπουν.

            ---             ---

''Our tangible nights''

This special mood
in special place
among special people
how sweet we are then
how delicious we are then.

        ---               ---

''Ισχύς εν τη ενώσει''

Ο άνεμος θρηνεί και σέρνεται
το φεγγαρι ανέτειλε λάμποντας
τοσο χλωμο και μυστικο
για να σηκώσει τα στοιχειωμένα μας κορμιά
πάνω από το σκοτάδι του δάσους.
Είμαστε προορισμένοι να ψάχνουμε για δαίμονες
βιβλία και χάρτες κι αστραφτερά μπράτσα
για να αφήσουμε το φως να ρέει
και τον άνεμο να ταξιδεύει
για να φωλιάσουμε να νοικοκυρέψουμε τη γωνιά μας.
Όποιος μπορεί να φυτέψει αβγά στους βράχους,
μπορεί να γεμίσει το καλάθι λουλούδια.


Όταν ο Didi διάβασε ένα δικό του ποίημα όλοι σίγησαν. Συ­νειδητοποιήσαμε πως μόλις είχαμε ακούσει μια ποίηση μεγάλης πνοής. Μια ποίηση που έσμιγε τον αραβικό ρυθμό, το βαθύχρωμο αίμα της Αφρικής, τους δαίμονες του Blake και την διάφανη ατμό­σφαιρα της Ελλάδας. Και πίσω από όλα αυτά η μοίρα του μετανά­στη, του «ξένου», εκείνον που τρώει αληθινά «βρώμικο ψωμί» -ό­ταν το έχει κι αυτό- και έχει ζήσει ως παρίας του καταναλωτικού πολιτισμού, εκείνον για τον οποίο η ποίηση είναι αίμα και δάκρυα και όχι βέβαια πάρεργο, αλλά βίωμα.Αυτή η βαθειά και αυθεντική ποιητική φλέβα μας καθήλωσε. Την ίδια στιγμή γεννήθηκε η ιδέα αυτής της έκδοσης. Έστω και εάν ποτέ μέχρι σήμερα δεν είχαμε εκδόσει ποιητικές συλλογές. Αν άξιζε να εκδόσουμε μια ποιητική συλλογή, αυτή θα έπρεπε να εί­ναι του Didi.

Γιώργος Καραμπελιάς Ιούνιος 1993


Παρασκευή, 20 Ιανουαρίου 2012

Brassens. Βασίλης Νόττας.



Ο άνεμος
Πρόσεξε λιγάκι
Στο Καλατραβάκι
Όταν φυσάει δυνατά
Κράτα τη φούστα σου σφικτά
Προσοχή λιγάκι
Στο Καλατραβάκι
Στον  παιχνιδιάρη τον βοριά
Που ανακατεύει τα μαλλιά
Οι ¨ωχ αδελφέ¨ κι οι ¨καθώς πρέπει¨
για τον άνεμο ρωτούν
που δέντρα ρίχνει, στέγες παίρνει  και φούστες σηκώνει
¨Ωχ αδελφέ¨ και ¨καθώς πρέπει¨
θα σας απαντήσω εγώ
πως ο άνεμος σας έχει
γραμμένους και τους δυο
Πρόσεξε λιγάκι
Στο Καλατραβάκι
Όταν φυσάει δυνατά
Κράτα τη φούστα σου σφικτά
Πρόσεξε λιγάκι
Στο Καλατραβάκι
Τον  παιχνιδιάρη τον βοριά
Που ανακατεύει τα μαλλιά
Έτσι βέβαια κι αρκεστείς
σε ό, τι μοιάζει προφανές
ο αέρας ίδιος είναι για όλους τους ανθρώπους
αλλά αν προβληματιστείς
περισσότερο θα δεις
πώς να ενοχλεί του αρέσει στριμμένους και εμπαθείς
Πρόσεξε λιγάκι
Στο Καλατραβάκι
Όταν φυσάει δυνατά
Κράτα τη φούστα σου σφικτά
Προσοχή λιγάκι
Στο Καλατραβάκι
Στον  παιχνιδιάρη τον βοριά
Που ανακατεύει τα μαλλιά






Le vent
Georges Brassens
Si, par hasard
Sur l’Pont des Arts
Tu croises le vent, le vent fripon
Prudenc’, prends garde à ton jupon
Sur l’Pont des Arts
Tu croises le vent, le vent maraud
Prudent, prends garde à ton chapeau
Les jean-foutre et les gens probes
Médis’nt du vent furibond
Qui rebrouss’ les bois, détrouss’ les toits, retrouss’ les robes
Des jean-foutre et des gens probes
Le vent, je vous en réponds
S’en soucie, et c’esαιt justic’, comm’ de colin-tampon
Si, par hasard
Sur l’Pont des Arts
Tu croises le vent, le vent fripon
Prudenc’, prends garde à ton jupon
Si, par hasard
Sur l’Pont des Arts
Tu croises le vent, le vent maraud
Prudent, prends garde à ton chapeau
Bien sûr, si l’on ne se fonde
Que sur ce qui saute aux yeux
Le vent semble une brut’ raffolant de nuire à tout l’monde
Mais une attention profonde
Prouv’ que c’est chez les fâcheux
Qu’il préfèr’ choisir les victimes de ses petits jeux
Si, par hasard
Sur l’Pont des Arts
Tu croises le vent, le vent fripon
Prudenc’, prends garde à ton jupon
Si, par hasard
Sur l’Pont des Arts
Tu croises le vent, le vent maraud
Prudent, prends garde à ton chapeau






η μετάφραση είναι του Βασίλη Νόττα.

Και προσόχη στο αερακι...

Τρίτη, 3 Ιανουαρίου 2012

Τη φωνή μου ρε κι ας μην έχω να φάω.






















































































Χθές ενω έκανα πρόβα, για την παράσταση που θα κάνουμε με την Έλενα Ταμιωλάκη τον Μάνο Πετράκη και τον αδελφό μου τον Παντελή στην ανδρόγεω την πέμπτη που μας έρχεται, με πήρε τηλέφωνο ο Γιάννης Στίγκας για τα Χρόνια Πολλά.

Ακούγοντας την φωνή του μου ήρθε αυτόματα στο νου ο στίχος ''Τη φωνή μου ρε κι ας μην έχω να φάω''
από το ποίημα του  ''ΠΡΟΦΗΤΕΙΑ ΠΟΥ ΧΑΙΡΕΤΑΙ ΤΟΥΣ ΑΦΡΟΥΣ ΤΗΣ''.

ΠΡΟΦΗΤΕΙΑ ΠΟΥ ΧΑΙΡΕΤΑΙ ΤΟΥΣ ΑΦΡΟΥΣ ΤΗΣ

Τη φωνή μου ρε
κι ας μην έχω να φάω

γιατί είναι ωραία η παλινδρόμηση των σωμάτων
(από τον ενικό στον πληθυντικό τους
κι αντίστροφα)
ωραίο το γεφύρωμα των πνοών
(σαθρό ή στέρεο - αδιάφορο τι -
διπλά ωραίο για την αδιαφορία του)

ωραίο αίνιγμα τα λουλούδια

Αλλά θα ’ρθουν καιροί
με στυφά δευτερόλεπτα
να ερημώσουν την όραση
να την κάνουνε Σιβηρία
Αυτά, για όσους ταξιδεύουνε προς το θέρος
Οι υπόλοιποι, θα την πάθουμε αλλιώς
Μια μέρα
κάποιος θα βρεί ένα ξέφτι στον ουρανό
θα το τραβήξει και
θα πέσουν όλα τα ποδήλατα των αγγέλων

όλα

το εννοώ


Ο Γιάννης Στίγκας είναι ένας ποιητής με φωνή δυνατή και ''κανεις δεν μπορεί να του κρύψει τη θέα''.






''Αγκαλιαζόμαστε σημαίνει
αρωματίζουμε το κενό.''





ΕΝ ΜΕΣΩ ΥΕΤΩΝ ΚΑΙ ΚΟΠΕΤΩΝ
μνήμη Νίκου Καρούζου

Πολύ πιο πάνω απ’ τα καυσαέρια
βλέπω την τρομερή βολίδα
να παίρνει παραμάζωμα τα σύννεφα
κι όλες τις προσευχές
που μαύρισαν στην άκρη
Ένα μεγάλο δίχτυ ο κόσμος
κάτω
έχουν ανάψει τα στοιχήματα:
πως δεν μπορεί
τα καύσιμα
πως δεν μπορεί
η βαρύτητα
ένας κρατήρας είναι πάντα
ένας κρατήρας
εγώ θα φέρω τη μεζούρα μου
εγώ θα φέρω το στυπόχαρτο
Σιχτίρισέ τους ρε Νικόλαε
τα ίδια δεν κάναν και με το φεγγάρι;



               έγραψε ο Μιχάλης Καλογεράκης.


Δευτέρα, 2 Ιανουαρίου 2012

Charles Bukowski






"Ο ΘΑΝΑΤΟΣ ΘΑ ΠΛΗΣΙΑΣΕΙ ΑΘΟΡΥΒΑ
ΚΑΙ ΘΑ 'ΧΕΙ ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑ ΜΕΣΑ ΣΤΟ ΣΤΟΜΑ ΤΟΥ"














σημείωση

πνίξτε τους κύκνους στα βρωμόνερα,
κατεδαφίστε τις πινακίδες,
δοκιμάστε τα δηλητήρια,
χωρίστε τις αγελάδες
απ’ τους ταύρους,
τα φυτά απ’τον ήλιο,
πάρτε τα φιλιά λεβάντας απ’τη νύχτα μου,
βγάλτε τις ορχήστρες συμφωνικής μουσικής στους δρόμους
σα ζητιάνους,
ακονίστε τα νύχια,
μαστιγώστε τις πλάτες των αγίων,
ετοιμάστε τα βατράχια και τα ποντίκια για τις γάτες,
κάψτε τους μαγευτικούς πίνακες,
κατουρίστε το χάραμα,
η αγάπη μου
είναι νεκρή.




τύχη

κάποτε
ήμασταν νέοι
σε αυτή
τη μηχανή…
πίνοντας
καπνίζοντας
χτυπώντας τη γραφομηχανή

ήταν η πιο
θαυμάσια
μαγευτική
εποχή

ακόμα
είναι

μόνο που τώρα
αντί
να προχωράμε εμείς
προς τον
χρόνο
εκείνος
προχωρά
προς εμάς

κάνει την κάθε λέξη
να τρυπά
βαθιά
το χαρτί

ξεκάθαρα

γρήγορα

σκληρά

να κλείνει
ένα κενό
που όλο στενεύει.




ηλιοβασίλεμα

κανείς δε λυπάται που φεύγω
ούτε ακόμα κι εγώ
όμως θα πρέπει να υπάρξει κάποιος τροβαδούρος
ή τουλάχιστον ένα ποτήρι κρασί.

ενοχλεί πιστεύω τους νεώτερους κυρίως•
ένας μη βίαιος, αργός θάνατος,
κι όμως κάνει τον κάθε άνθρωπο να ονειρεύεται•
εύχεσαι να υπήρχε ένα παλιό καράβι
με πανιά άσπρα απ’ τ΄αλάτι
και η θάλασσα να σκορπά υπαινιγμούς αθανασίας.

θάλασσα στη μύτη
θάλασσα στα μαλλιά
θάλασσα στο μεδούλι, στα μάτια
και ναι, εκεί στο στήθος

θα μας λείψει άραγε
η αγάπη της γυναίκας, η μουσική, το φαγητό,
ή το χοροπήδημα του μεγάλου μειώδους αλόγου
να κλωτσά λάσπη και πεπρωμένα
ψηλά και μακριά
σε μια μόνο στιγμή
την ώρα της δύσης;

όμως τώρα είναι η σειρά μου
και δεν υπάρχει τίποτα το μεγαλειώδες σ’αυτό
γιατί δεν υπήρχε τίποτα το μεγαλειώδες
πιο πριν

και σε κανένα μας, όπως τα σκουλήκια
που τα’χουν απομακρύνει απ’ το μήλο,
δεν του αξίζει καμιά αναστολή,

ο θάνατος εισέρχεται στο στόμα μου
και σα φίδι τυλίγεται στα δόντια μου
κι αναρωτιέμαι εάν με τρομάζει
ο σιωπηλός αλύπητος θάνατος
που μοιάζει με τριαντάφυλλο
που ξεραίνεται.



απόψε
πόσα από τα κύτταρα του εγκεφάλου μου δεν έχουν καταστραφεί από
το αλκοόλ
κι εγώ κάθομαι τώρα εδώ και πίνω
όλοι οι σύντροφοί μου στο ποτό πεθαμένοι,
ξύνω την κοιλιά μου και ονειρεύομαι το
άλμπατρος.
πίνω μόνος τώρα.
πίνω με τον εαυτό μου και για τον εαυτό μου.
πίνω για τη ζωή μου και για τον θάνατό μου.
η δίψα μου ακόμα δεν ικανοποιήθηκε.
ανάβω ένα τσιγάρο ακόμη, γυρίζω αργά
το μπουκάλι, το
θαυμάζω.
όμορφη παρέα.
χρόνια έτσι.
τι άλλο θα μπορούσα να είχα κάνει
και να το κάνω τόσο καλά;
έχω πιει περισσότερο από τους πρώτους
εκατό ανθρώπους που θα συναντήσεις
στον δρόμο
ή θα δεις στο τρελάδικο.
ξύνω την κοιλιά μου και ονειρεύομαι το
άλμπατρος.
ανήκω πια στους μεγαλύτερους πότες
των αιώνων.
με έχουν επιλέξει.
σταματάω τώρα, σηκώνω το μπουκάλι, καταπίνω μια
μεγάλη γουλιά.
μου είναι αδύνατον να σκεφτώ ότι
κάποιοι έχουν στ' αλήθεια σταματήσει και
γίνανε νηφάλιοι
πολίτες.
με στεναχωρεί.
είναι στεγνοί, βαρετοί, ασφαλείς.
ξύνω την κοιλιά μου και ονειρεύομαι το
άλμπατρος.
το δωμάτιο αυτό είναι γεμάτο από μένα κι εγώ είμαι
γεμάτος.
πίνω αυτό εδώ για όλους εσάς
και για μένα.
είναι περασμένα μεσάνυχτα τώρα κι ένας μοναχικός
σκύλος ουρλιάζει μες στη
νύχτα.
κι είμαι τόσο νέος όσο κι η φωτιά που ακόμα
καίει
τώρα.



ψυχρό καλοκαίρι
όχι όσο άσχημα θα μπορούσε
αρκετά άσχημα πάντως: μία μέσα μία έξω
απ' το νοσοκομείο, μία μέσα μία έξω από
το γραφείο του γιατρού, να κρέμομαι
από μια κλωστή: είναι σε ύφεση
τώρα, όχι, περίμενε, 2 καινούρια
κύτταρα εδώ, και τα αιμοπετάλιά
σου είναι πολύ χαμηλά.
μήπως έπινες πάλι;
θα πρέπει μάλλον να πάρουμε
άλλο ένα δείγμα νωτιαίου μυελού
αύριο.
ο γιατρός είναι απασχολημένος, η
αίθουσα αναμονής στο τμήμα
καρκίνου είναι φίσκα στον κόσμο.
οι νοσοκόμες είναι ευχάριστες,
αστειεύονται μαζί μου.
σκέφτομαι ότι αυτό είναι ωραίο, ν' αστειεύεσαι την ώρα
που βρίσκεσαι στη σκοτεινή
κοιλάδα του θανάτου.
η γυναίκα μου είναι μαζί μου.
λυπάμαι για τη γυναίκα μου, λυπάμαι
για όλες τις
γυναίκες.
ύστερα είμαστε κάτω
στο πάρκινγκ.
μερικές φορές οδηγεί αυτή.
μερικές φορές οδηγώ εγώ.
τώρα οδηγώ εγώ.
είναι ένα ψυχρό καλοκαίρι.
ίσως να πρέπει να κολυμπήσεις
λίγο όταν φτάσουμε στο σπίτι,
λέει
η γυναίκα μου.
η μέρα σήμερα είναι πιο ζεστή
απ' ό,τι συνήθως.
αμέ, λέω και κατευθύνομαι έξω
από το πάρκινγκ.
είναι γενναία γυναίκα, κάνει
σαν όλα να είναι
όπως συνήθως.
μα τώρα πρέπει να πληρώσω για όλα εκείνα
τα άσωτα χρόνια·
κι ήταν τόσα πολλά
από δαύτα.
ο λογαριασμός πρέπει πια να εξοφληθεί
και θα δεχθούν μόνο
μια τελική
πληρωμή.
έτσι κι αλλιώς πάντως μάλλον
θα κολυμπήσω λίγο.
           


  
το πρώτο ποίημα πάλι

64 μέρες και νύχτες σε αυτό
το μέρος, χημειοθεραπεία,
αντιβιοτικά, αίμα να τρέχει μες
στον καθετήρα.
λευχαιμία.
ποιος, εγώ;
στην ηλικία των 72 είχα αυτή την ηλίθια εντύπωση πως
απλώς θα πέθαινα γαλήνια στον ύπνο μου
αλλά
οι θεοί το θέλουν διαφορετικά.
κάθομαι μπροστά σ' αυτή τη μηχανή, διαλυμένος,
μισοπεθαμένος,
τη Μούσα γυρεύοντας ακόμη,
μα μόνο προσωρινά έχω επιστρέψει·
και τίποτα δεν μοιάζει να είναι ίδιο.
δεν ξαναγεννήθηκα, γυρεύω
μόνο
λίγες ακόμη μέρες, λίγες ακόμη νύχτες,
σαν
αυτήν
εδώ.
  
 
παρακαλώ
μες στη νύχτα τώρα να σκεφτόμαστε τα χρόνια και τις
γυναίκες που έφυγαν και χάθηκαν για πάντα
και να μη μας νοιάζει για τις γυναίκες που έφυγαν, και να μη μας νοιάζει καν για τα χρόνια
που χάθηκαν για πάντα
να μπορούσαμε
μόνο να βρούμε λίγη γαλήνη τώρα ένα χρόνο γαλήνης, ένα μήνα
γαλήνης, μια βδομάδα γαλήνης
όχι γαλήνη για τον κόσμο μόνο λίγη εγωιστική γαλήνη
για μένα
για να ξαπλώσω μέσα της σαν σε πράσινο ζεστό
νερό, μόνο λίγη, μόνο μια ώρα, λίγη
γαλήνη, ναι, μες στη νύχτα μες στη νύχτα καθώς σκεφτόμαστε
τα χρόνια που χάθηκαν και τις γυναίκες που έφυγαν μέσα σ' αυτή τη νύχτα
μέσα σ' αυτή την πολύ μακριά
σκοτεινή και μοναχική
νύχτα.