Τετάρτη, 31 Οκτωβρίου 2012

Γιάννης Στίγκας, "Η όραση θ' αρχίσει ξανά"




Ο Γιάννης Στίγκας γράφει για χαρτί λευκό ή και κόκκινο


Πέρασαν εξηνταπέντε χρόνια από τότε που ο Ρομπέρ Ντεσνός έσβηνε ψελλίζοντας στίχους στο στρατόπεδο συγκέντρωσης Τερεζίν. Αυτή θα πρέπει να ήταν η προσευχή του. Κι επειδή οι προσευχές -ως γνωστόν- δεν χωράνε στην ανθρώπινη ιστορία, οι στίχοι δεν έχουν σωθεί. Δεν ξέρω να σας πω τι έλεγε ο Ντεσνός, εκείνο που ξέρω είναι ότι οι στίχοι του ήταν εκθαμβωτικά όμορφοι. Όμορφοι, με τον τρόπο που λέει ο Γιάννης, που ήξερε να χωράει επτά ωδές σ' ένα αηδόνι και το αντίστροφο.

Περάσαν σαρανταέξι χρόνια από τότε που ο Ιωσήφ Μπρόντσκι σε μια δίκη - παρωδία, σταλινικού τύπου, καταδικάστηκε ακριβώς επειδή ήταν ποιητής. Μετά την ανακοίνωση της απόφασης, όπου τον έστελναν στου διαόλου τη μάνα (ή αλλίως Σιβηρία) στο ξυλιασμένο Αρχαγγέλσκ, ο Μπρόντσκι έκανε το  σπουδαιότερο -για μένα- ποίημα του. Το παραθέτω ατόφιο.

Δικαστής: Έχετε ερωτήσεις;
Μπρόντσκι: Ναι, θα ήθελα χαρτί και μολύβι για να γράφω στο κελί μου.

Δεν ζήτησε χάρη ή επιείκεια, δεν ζήτησε καν εκδίκηση. Ζήτησε χαρτί για να γράφει. Δεν ξέρω αν του το έδωσαν τελικά, δεν ξέρω αν έμεινε λευκό ή όχι. Εκείνο που ξέρω είναι πως τέτοια χαρτιά ή λευκά μένουν ή γίνονται κόκκινα. Εκείνο που ξέρω είναι πως τέτοια χαρτιά είναι εκθαμβωτικά όμορφα, όχι με όρους αισθητικούς, αλλά γιατί είναι η αρχή του τρομερού, που λέει κι ο παλιός καλός μας σημαιοφόρος.

Αν δεν σας μύρισε αίμα μέχρι στιγμής τότε κάποιος απ' τους δυο μας ψεύδεται ή λαθεύει. Γιατί η ποίηση - όσο κι αν κάποιοι το επιθυμούν - δεν θα είναι ποτέ αναίμακτη. Θέλει όλο σου το αίμα, ειδάλλως δεν γίνεται. Προσωπικά, έχω κουραστεί να διαβάζω στίχους κούφιους, δίχως εκπρόσωπο. Ποίηση διαβάζω όχι για τις ωραίες λέξεις (οι λέξεις από μόνες τους δεν είναι ούτε ωραίες ούτε άσχημες, είναι α-διάφορες) αλλά για να βρώ μια ψυχή πίσω απ' τις λέξεις που τις κάνει να λάμπουν, μια ψυχή να τις μεγαλύνει. Αλλιώς καγχάζει το κενό κι ούτε απ' τα δόντια του δεν μπορούμε να κρατηθούμε. Εάν τώρα σας έρχεται στο μυαλό η λέξη πτώση, τότε καλά κάνετε. Και για να αντισταθώ στην όποια γοητεία της, σκέφτομαι ότι μια πτώση σαν κι αυτή δεν μπορεί ποτέ να είναι ελεύθερη. Αφήστε τους φυσικούς να λένε. Αν δεν κραυγάζαμε πέφτοντας θα ακούγαμε τις αλυσίδες να κροταλίζουν. Η πιο τυφλή η βαρύτητα. Κι η πιο βαρειά η δειλία. Η δική μας δειλία.

Τα γράφω όλα αυτά γιατί φτάσαμε πια στο εξής βάραθρο: μια τέχνη φτιαγμένη απ' τον άνθρωπο αλλά δίχως τον άνθρωπο. Είναι εκείνο το σημείο που παύει η παρηγορία της, η παραμυθία της, το "έτσι" της το εγχέμαχο, παύει η ίδια η ποίηση. Εδώ ακριβώς οφείλουμε να αντισταθούμε. Αν θέλουμε την ποίηση ως θρυαλλίδα της ύπαρξης, αν θέλουμε λίγο φεγγάρι στις πράξεις μας, εάν αντί φτερούγας, εάν τον ουρανό δικό μας. Να τον θέλουμε και να τον έχουμε. Δικαιωματικά. Ως Άνθρωποι.

Πέρασαν σαράντα χρόνια από τότε που ο Μάριος Χάκκας έγραφε: τώρα που ξέρω πως δεν κερδίζονται οι άνθρωποι ή έστω κι ένα κορίτσι με σκέτες λέξεις, πάρα μόνο με αίμα. Τώρα που καταλαβαίνω πως δεν γίνεται να φτάσεις στο ποίημα από διαβάσματα και μόνο, σ' ένα κάποιο επίτευγμα, με χαμομήλια. Ασ' τους να νομίζουν αυτοί που μάτωσαν στις παρωνυχίδες μονάχα και βγάζουν κραυγές: "Ωχ, ωχ! Αιμορραγώ σ' όλο το σώμα". Κάλπες, αφού πρόκειται για τον δείχτη του αριστερού σας χεριού. Ποιο όλο το σώμα σας;

Α, πέρασαν κιόλας σαρανταπέντε λεπτά απ' όταν διάβασα τους εξής στίχους:

Άγγελος ήμουνα
και άγγελος σε περίμενα

Γιάννης Ρηγόπουλος

Δώσε ρε λίγο το χέρι
ή τράβα πιο κει

Αντρέας Κατσικούδης

Λοιπόν;


         ---          ---            ---           ---                 ---            ---           ---               ---


Αυτό κουρδίζει μόνο του

 Τόσο πολλά γρανάζια
που δεν θα βρω ποτέ
πώς μάτωσε η Άνοιξη
                                  και φτύνω
το παιδικό μου πράσινο
το τελευταίο κουμπί του ονείρου


Γυμνά τα πράγματα
                        συμβαίνουν γρηγορότερα
με το που κάνεις την αρχή
                        σ' οσμίζεται το τέλος


είναι μια μαύρη λιτανεία η Άνοιξη
και με κλοτσάει να γίνω


ολόκληρη η δίψα μου


-κι ας πουν ότι πρόκειται για παρένδυση-


Δεν θέλω πια να με λένε Γιάννη


                  θέλω δυο δράμια
                   κάτασπρη τύχη
                                           ας είναι έστω

                                                                και κάθε Τετάρτη

 --- ---

Είμαι τόσο πρόθυμος για συντέλεια
ώσπου να γράψω «λουλούδι»
έχω χάσει δυο πέταλα.

 ---   ---

Τη φωνή μου, ρε
κι ας μην έχω να φάω

 ---    ---  

Ωραία που το διάβασες το ποίημα
με προσοχή και αστική συγκίνηση

 ---         ---

Κι άμα πηδάω κάθε νύχτα
από την κορυφή της λύπης μου
δεν είναι από συνήθεια
είναι γιατί
η αλήθεια, κύριοι,
προϋποθέτει ύψος

 ---      ---

Κι όταν με το καλό
πατήσεις πάνω στην αγάπη
να ξέρεις πως κερδίζεις δίκαιο σύννεφο
δεν είναι λίγο
που θα σε κοιτά στα μάτια
όταν σε πνίγει
κι όλα θα γίνουν με σωστή ταχύτητα
θα δεις
ούτε που θ’ ακουστεί
ο κρότος που θα κάνει το γαμώτο

  ---    ---

Μπορώ να σας μιλήσω απλά
μπορώ και με βελόνες

 ---   ---

Εδώ που φτάσαμε
λιγνεύει ο αέρας
Πρέπει να μάθεις να αναπνέεις
όπως το ποίημα
ειδάλλως γύρνα πίσω
και μη γελάς
αυτή η γειτνίαση με το τίποτα
θα μας φάει

   --- ---

...ο χρόνος
Είναι ποδηλάτης της καρδιάς
-όποτε κάνει ξαστεριά
Ακούω τα πετάλια

  ---   ---

είναι φοβερό
να μιλάς για το μαρτύριο της σταγόνας
και να φαντάζονται
ένα απλό κλιματιστικό.

 ---    --

Ποιος πούστης άγγελος
Μου δώσε τρύπιο φλασκί
Και δεν έχω μια σταλιά μελωδία

  --- ---

Ποίησις είναι η κορυφή του παγόβουνου
και από κάτω
πανστρατιά οι βλασφήμιες

   ---   ---

Τόσες φορές δεκαδικός
Το ριζικό μου
Και πώς στο διάολο
Μου βγαίνει το ποίημα ακέραιο

   ---  ---

Άμα πεινάει το θαύμα
λάμπουνε και τα ψέματα
για να με ξαναβρείς
στο χρόνο μπρούμυτα

παίζει κι εκείνος με τα σύρματα

αρέσουν και στους δυο μας

 ---
Δεν τρέμουν πια τα χέρια μου
κι αυτό να σας τρομάζει


ΠΡΟΦΗΤΕΙA ΠOY ΧΑΙΡΕΤΑΙ ΤΟΥΣ ΑΦΡΟΥΣ ΤΗΣ

Τη φωνή μου ρε
κι ας μην έχω να φάω

γιατί είναι ωραία η παλινδρόμηση των σωμάτων
(από τον ενικό στον πληθυντικό τους
κι αντίστροφα)

ωραίο το γεφύρωμα των πνοών
(σαθρό ή στέρεο - αδιάφορο τι -
διπλά ωραίο για την αδιαφορία του)

ωραίο αίνιγμα τα λουλούδια

Αλλά θα ερθουν καιροί
με στυφά δευτερόλεπτα
να ερημώσουν την όραση
να την κάνουνε Σιβηρία

Αυτά, για όσους ταξιδεύουνε προς το θέρος

Οι υπόλοιποι, θα την πάθουμε αλλιώς

Μια μέρα
κάποιος θα βρει ένα ξέφτι στον ουρανό
θα το τραβήξει και

θα πέσουν όλα τα ποδήλατα των αγγέλων

όλα

το εννοώ


Ι.

Επειδή

δεν μπόρεσα να πνίξω τον ουρανό

– τόσο γαλάζιο που στο τέλος ελπίζεις –

ένας άγγελος

μου ψιθυρίζει τρυφερά

χτίσε με

σ’ ετούτες τις πέτρες

     ---         ---           ---            ---              ---

Γιάννης Στίγκας γεννήθηκε στην Αθήνα το 1977. Σπούδασε ιατρική. Το 2004 κυκλοφόρησε η πρώτη του ποιητική συλλογή με τίτλο «Η αλητεία του αίματος». Θα ακολουθήσουν οι συλλογές: «Η όραση θα αρχίσει ξανά» από τις εκδόσεις Κέδρος και από τις ίδιες εκδόσεις η τρίτη του συλλογή με τίτλο «Ισόπαλο τραύμα». Έχει συνεργαστεί με διάφορα περιοδικά. ποιήματά του έχουν μεταφραστεί στα αγγλικά, τα γαλλικά, τα γερμανικά, τα βουλγαρικά και τα σέρβικα.
Από τις νεώτερες ποιητικές φωνές, η ποίηση του Γιάννη Στίγκα μοιάζει ίσως η σημαντικότερη. Στα πρώτα του βιβλία, την «Αλητεία του αίματος» και το «Η όραση θα αρχίσει ξανά», ο Γιάννης Στίγκας εκφράζει μια επιθυμία και μια απαίτηση ο κόσμος να αναγνωστεί από την αρχή. Η όραση πρέπει να επανεφευρεθεί. Η θέαση γίνεται κατάσταση και αγωνία σχεδόν κεντρική. Η ανάσα μπλέκεται με τη φωνή, οι λέξεις με τις εκπνοές και τις εισπνοές. ο λόγος των ποιημάτων δεν είναι προφορικός, αλλά ντυμένος προφορικότητα κατασκευάζει μια γλώσσα προσωπική και καινούργια. Το σώμα του ποιητή και του ποιήματος ταυτίζονται και γίνονται άξονας της νέας αυτής θέασης, της επιθυμίας προς το θαύμα.
Στην ποίηση του Στίγκα, η βία ή καλύτερα η βιαιότητα αναπνέει σχεδόν σαν αρετή και σαν αναγκαιότητα. Ο ποιητής εξεγείρεται απέναντι σε έναν κόσμο που του παραχωρεί το χρόνο σακάτη, στέλνει τους αγγέλους να τρώνε από τα σκουπίδια και γεμίζει πάνθηρες την πόλη. «Αυτός ο κόσμος/ είναι η πιο σπλαχνική μορφή του ποτέ» γράφει. Μετρά και διεκδικεί τα μεγέθη, τις επιλογές, τις στιγμές. Η επιθετική ανάταση συχνά συναντά την εξομολόγηση και τον προσωπικό χαμηλόφωνο τόνο. Οι εικόνες συχνά αιχμηρές και κοφτές, σαν τον ρυθμό του στίχου, υπερασπίζονται και αυτές την ποιητική στράτευση απέναντι στον κόσμο. Ο ίδιος ο ποιητής περιγράφει: «Δεν τρέμουν πια τα χέρια μου και αυτό να σας τρομάζει». Και αλλού: «Ποίησις είναι η κορυφή του Παγόβουνου/ και από κάτω πανστρατιά οι βλαστήμιες».

Το τραύμα της ζωής

Στην τρίτη του συλλογή, «Το ισόπαλο τραύμα», το σύμπαν μετατρέπεται στον κόσμο που δημιούργησε τον ποιητή, ορίζοντας ως πρωταγωνιστές τους ομότεχνους που τον συγκρότησαν. Από τον Ρεμπό και τον Λοτρεαμόν, μέχρι τον Καρούζο και την Τζένη Μαστοράκη. Η επιλογή και η σχέση είναι καταρχάς αγαπητική. Ο ποιητής δεν επιλέγει με το σκονισμένο τρόπο του βιβλιοθηκάριου των στίχων, του φιλολόγου ή του γυαλάκια του μέλλοντος. Μόνη αυθεντία στην επιλογή του είναι το ίδιο του το βίωμα. Ο ποιητής λοιπόν, δεν διαβάζει αλλά βιώνει τους ποιητές. Τα ποιήματα δεν αποτελούν απλά αναφορές αλλά ενσαρκώσεις της επίδρασης και συντροφική εμπειρία.
Οι δύο λέξεις του τίτλου ορίζουν τους άξονες τόσο της δημιουργίας και της αρχιτεκτονικής του βιβλίου, όσο και της ανάγνωσης και της κατανόησής του. Για ποιο τραύμα και για ποια ισοπαλία μιλάμε; Στο αρχικό μότο, ο ποιητής μας περιγράφει τη φύση του τραύματος. «Όσο και αν πλύνεις την πληγή/ θα σου γραφτεί από μέσα». Η κατάσταση που περιγράφεται είναι μια συνθήκη αναπόφευκτη και μια αναπόδραστη σχέση. Η πληγή της ποίησης, η πληγή του βιώματος. Ο κάθε ποιητής υπάρχει ως ένας διάδρομος προς το τραύμα, μια συμπυκνωμένη αντικατάσταση που αποκρύβει και ταυτόχρονα εμπεριέχει. Η παρουσία των ποιητών αποτελεί μια πρόφαση ώστε να περιγραφεί η εμπειρία του ίδιου του ποιητή, ταυτόχρονα με τη βιογραφική στιγμή των συνδαιτυμόνων του. Ο Στίγκας άλλες φορές περιορίζεται να σχολιάζει ή να περιγράφει ακόμα και ολιγόστιχα, όπως π.χ. στο «Καρποφορία σχεδόν αβάσταχτη» ένα ποίημα για τον Γιάννη Ρίτσο: «Πότε θά ‘ρθεις να πάρεις το φωτοστέφανο/ το σπίτι έχει πλαντάξει στα μήλα». Άλλες φορές δραματουργεί το ποίημα με τον αναφερόμενο ποιητή να δρα και να συμμετέχει ακόμα και να παλεύει με τον συγγραφέα όπως στο ποίημα για τον Τάσο Λειβαδίτη, όπου το μαχαίρι καρφώνεται μέσα στον ύπνο.
Αλλά, αλήθεια, σε ποιόν αναφέρεται η ισοπαλία; Το υποκείμενο της συλλογής είναι ταυτόχρονα ποιητής αλλά και αναγνώστης. Με αυτή την ιδιομορφία, ο Στίγκας καταφέρνει όχι μόνο να αποκτήσει μια νέα σχέση με το δικό του αναγνώστη, αλλά να ορίσει και μια πρόταση ανάγνωσης του ίδιου του του βιβλίου, του «Ισόπαλου τραύματος», και κατ’ επέκταση της ίδιας της ποίησης. Η ισοπαλία γίνεται λοιπόν ένα στοίχημα για τον ίδιο τον αναγνώστη της συλλογής του Στίγκα. Το αν θα καταφέρει το αποτέλεσμα της ισοπαλίας είναι μια υπόθεση που αφορά τη δική του ανάγνωση, τη δική του ποίηση και τελικά τις δικές του γενικότερες επιλογές. Γιατί το τραύμα δεν έχει να κάνει απλά με την ποίηση, έχει να κάνει πρωτίστως με την ίδια τη ζωή.



Δευτέρα, 29 Οκτωβρίου 2012

Ο Ελάχιστος Εαυτός - Θανάσης Παπακωνσταντίνου


(φωτ. Μιχαλης Ταδε)

Ερώτηση κρίσεως 
Ρώτησα τον σκύλο μου τον Ρίβα άμα νοιώθει
Έλληνας, αυτόχθονας ή κάτι σχετικό
Εκείνος χασμουρήθηκε, επέστρεψε στον ύπνο
κι η ανάσα του ήταν όμορφη σαν κύμα στον γιαλό
Εο! Γαμώ το φασισμό

Γυρνώ στην άγρια ροδιά και τη ρωτώ τα ίδια
αν Ελληνίς αισθάνεται λουσμένη από το φως
"Πήρα τη σκυτάλη για ζωή, για θάνατο σκυτάλη"
μου απαντάει ο κόκκινος, στα κλώνια της, ανθός
Έο! Σαπίλα ο φασισμός






     (φωτ.απο την συναυλια στο Αβδου το καλοκαιρι)

San Michele
Δεν μ' αναγνωρίζετε γιατί έλειπα καιρό·
τα δάκρυά μου δε σας λένε κάτι.
Λοιπόν διηγηθείτε μου τι έγινε εδώ,
να βρω ξανά του νήματος την άκρη.

Πείτε μου εκείνες τις ιστορίες σας
που κάνουν τα καλάμια να λυγίζουν
στα όρια των χωραφιών κι -εν μέσω άπνοιας-
τα μέτωπα των αγροτών δροσίζουν.
Πείτε μου εκείνες τις ιστορίες σας.

Φωτογραφίες δείξ'τε μου αυτών που Κυριακή
γεννήθηκαν κι εκείνων που 'χουν πέσει
από τη βάρκα λίγο πριν φτάσει στην ακτή
γιατί η ζωή τους πια δεν τους αρέσει.

Τα τραγούδια πείτε μου που λέτε την αυγή
σα σβήνουνε τα φώτα στην πλατεία,
καθώς και τ' απογεύματα, μετά την προσευχή
και πριν να ξεκινήσει η αλητεία.
Τα τραγούδια πείτε μου που λέτε την αυγή.

Αν συνεχίζουν, πείτε μου, κοιτώντας τη φωτιά,
οι άνθρωποι να κάθονται στις φτέρνες
και αν οι ομορφότερες γυναίκες, στα κρυφά,
κάτω από τη γλώσσα εκτρέφουν σμέρνες.

Πείτε μου ακόμα αν έρχεται στην άκρη του χωριού
ο λύκος του θανάτου τους χειμώνες,
που, σαν κουνούσε την ουρά, το γάλα έπηζε
στα τρομαγμένα στήθη απ' τις λεχώνες.
Πείτε μου ακόμα αν έρχεται στην άκρη του χωριού.

Πείτε μου μη βρέθηκε κι η σκάφη που, παλιά,
λουζόμουνα με ήλιο και με χιόνι
ή τα μαλιά που φύλαξε απ' την πρώτη μου κουρά
η μάνα, που ακόμα ρούχα απλώνει.

Το πτυελοδοχείο του Μπακούνιν το χυτό
συντρόφια μήπως βρέθηκε και κείνο,
να φτύσω μέσα με οργή, που οι νέες εποχές
με κάνουνε να μοιάζω με κρετίνο.
Δεν μ' αναγνωρίζετε γιατί έλειπα καιρό.



Ανταρκτική

Τ' άστρα το ρίξαν στα ζάρια
γι' αυτό ακούς βρισιές στον ύπνο τα βράδια
Ο πόνος είναι εδώ
για να σου πει δεν είσαι τίποτα ξεχωριστό

Τ' άστρα το ρίξαν στα ζάρια
γι' αυτό ακούς βρισιές στον ύπνο τα βράδια
Ο πόνος είναι εδώ
για να μου πει δεν είσαι τίποτα ξεχωριστό

Ίσως la vita è bella
μπορεί να είναι γλυκιά
μα υπάρχουν ώρες
που πέφτει μια καταχνιά

Τα παγωμένα σου μάτια
όταν βλέπει η ανταρκτική χλωμιάζει
Δε θα μπορέσει κανένας
να σε βάλει στο παιχνίδι ξανά

Τα παγωμένα σου μάτια
όταν βλέπει η ανταρκτική χλωμιάζει
Δε θα μπορέσει κανένας
να με βάλει στο παιχνίδι ξανά

Ίσως la vita è bella
μπορεί να είναι γλυκιά
μα υπάρχουν ώρες
που πέφτει μια καταχνιά





Σαν παιδί
Ξανά στην αγκάλη σου, ξανά, σα μικρό παιδί
γυναίκα αμάραντη, ξανά, σα μικρό παιδί

Ποτέ δε σε ξέχασα, ποτέ, σα μικρό παιδί
θολό φεγγαρόφωτο, ποτέ, σα μικρό παιδί

Σελήνη δως μου την άλλη σου πλευρά
Η ανάσα είναι σαν πριόνι
Κόβει το χρόνο και σκορπά
στην άχραντη σιγή
φωτιά και χιόνι

Μακριά σου χανόμουνα συχνά, σα μικρό παιδί
παλίρροια γόνιμη, συχνά, σα μικρό παιδί

Αρχαίο κύμα, αρχαία προσμονή
Η ανάσα είναι σαν πριόνι
Κόβει το χρόνο και σκορπά
στην άχραντη σιγή
φωτιά και χιόνι

Ζητώ την αγάπη σου, ξανά, σα μικρό παιδί
γαζέλα ανάλαφρη, ξανά, σα μικρό παιδί

Παραδομένος κι απόλυτος μαζί
Η ανάσα είναι σαν πριόνι
Κόβει το χρόνο και σκορπά
στην άχραντη σιγή
φωτιά και χιόνι








Του έρωτα και του θανάτου    
Στης πικροδάφνης τον ανθό και στης ιτιάς το δάκρυ
που στάζει όλο παράπονο στης ποταμιάς την άκρη
στου κόρφου σου τα βότανα και στην ποδιά σου πάνω
έγειρα να αποκοιμηθώ, τον πυρετό να γιάνω

Έκλεισα τα ματάκια μου κι είδα όνειρο μεγάλο
πως σε μια αυλή, για χάρη σου, πάλευα με το χάρο
Και φώναξες σαν σ' άρπαξε και μ' είδες να σαστίζω:
"μη με φοβάσαι αγάπη μου λιβάνι κι αν μυρίζω,
μόνο σκουλήκι να γενείς, να 'ρθεις να μ' ανταμώσεις
κρυφά στο σώμα μου να μπεις, γλυκό φιλί να δώσεις
Ένα φιλί αλλιώτικο που ανάσα δε θα φέρνει
μα μες στης γης τις μυρωδιές τα κάλλη μου θα σπέρνει"

Σκουλήκι γίνηκα κι εγώ κι ήρθα να σ' ανταμώσω,
κρυφά στο σώμα σου να μπω, γλυκά φιλιά να δώσω
Στο έμπα χίλια σου 'δωκα, στο έβγα δυο χιλιάδες,
γλυκά να λιώσεις, να χυθείς, σαν τις χλωμές λαμπάδες

Κι εκεί στης γης τις μυρωδιές, στην παιχνιδιάρα σήψη
ο Έρωτας τον Θάνατο μπόρεσε να νικήσει
Απ' τα φιλιά που χάρισα στα κάλλη του κορμιού σου
λουλούδι φύτρωσε μικρό που πίνει απ' τους χυμούς σου
Λουλούδι που κι αν μαραθεί τη μυρωδιά δε χάνει
γιατί δακρύζει σαν ιτιά κι ανθεί σαν πικροδάφνη




Κυριακή, 28 Οκτωβρίου 2012

"Το πρόσωπο του τέρατος και ο φόβος μήπως το συνηθίσουμε"





Ποιηση Αρης Δικταιος
Μουσικη Μιχαλης Καλογερακης

    ---          ---             ---            ---            ---               ---             ---            ---

Όποιος δεν φοβάται το πρόσωπο του τέρατος, πάει να πει ότι του μοιάζει. Και η πιθανή προέκταση του αξιώματος είναι, να συνηθίσουμε τη φρίκη, να μας τρομάζει η ομορφιά.

Ο Frankenstein έγινε πόστερ και στολίζει το δωμάτιο ενός όμορφου αγοριού. Το αγόρι ονομάζεται Πινοσέτ ή Βιντέλλα, κι ολομόναχο χορεύει με πάθος ένα tango ελλειπτικό. Δεν υπάρχει μουσική, ούτε τραγουδιστής από κοντά. Μονάχα ένας ρυθμός ατέλειωτος και αριθμοί. Χίλιοι, πεντακόσιοι, πέντε χιλιάδες, δέκα, εκατό χιλιάδες, αριθμοί όχι εντελώς αποσαφηνισμένοι των εξαφανισθέντων, βασανισθέντων και νεκρών. Και το tango να συνεχίζεται, το δε ποδόσφαιρο στις φάσεις του, να κόβει την αναπνοή εκατομμυρίων θεατών επί της γης. Εκατομμύρια περισσότεροι απ’ όσους εννοούνε ν’ αντιδράσουνε στο τέρας, και εξαφανίζονται μες σε χαντάκια, σε ρεματιές ή στις αγροτικές ερημιές.

Από την ώρα που ο Frankenstein γίνεται στόλισμα νεανικού δωματίου, o κόσμος προχωράει μαθηματικά στην εκμηδένιση του. Γιατί δεν είναι που σταμάτησε να φοβάται, αλλά γιατί συνήθισε να φοβάται. Κι εγώ με τη σειρά μου δεν φοβάμαι τίποτα περισσότερο, απ’ το μυαλό της κότας. Απ’ το να υποχρεωθώ να συνομιλήσω με μια κότα ή μ’ ένα σκύλο, ή τέλος πάντων, μ’ ένα ζώο δυνατό πού βρυχάται. Τί να τους πω και πώς να τους το πω; Και μήπως δεν είναι εξευτελισμός, αν επιχειρήσω να μεταφράσω ή να καλύψω τις σκέψεις μου, κάτω από φράσεις απλοϊκές και ηλίθια νοήματα, για να καθησυχάσω τυχόν τη φιλυποψία μιας κότας, που όμως έχει άνωθεν τοποθετηθεί για να μας ελέγχει και να μας καθοδηγεί;

Η υποταγή ή ο εθισμός σε μια τέτοια συνύπαρξη, ή συνδιαλλαγή, δεν προκαλεί τον κίνδυνο της αφομοίωσης ή της λήθης, του πώς πρέπει, του πώς οφείλουμε να σκεφτόμαστε, να πράττουμε και να μιλάμε; Αναμφισβήτητα αρχίσαμε να το ανεχόμαστε. Και η ανοχή, πολλαπλασιάζει τα ζώα στη δημόσια ζωή, τα ισχυροποιεί και τα βοήθα να συνθέσουν με ακρίβεια τη μορφή του τέρατος, που προΐσταται, ελέγχει και μας κυβερνά.

Το τέρας σχηματίζεται από τα ζώα κι απ’ τους εχθρούς.

Θα σας θυμίσω μια συνομιλία τότε, μέσα στη τάξη του σχολείου. Με πλησιάζει ένας ψηλός συμμαθητής, μ’ ένα δυσάρεστο έκζεμα στο δέρμα του προσώπου του, στραβή τη μύτη και ξεθωριασμένα τα μαλλιά του, ακατάστατα. Ήταν η πρώτη μέρα της σχολικής χρονιάς.
- Πώς λέγεσαι, ρωτάει, ενώ πλάι του είχαν σταθεί αμίλητοι δυο άλλοι, δικοί του φίλοι.
- Βασίλης, του απαντώ.
- Και που μένεις, εκείνος εξακολουθεί.
- Πάνω στο λόφο, του λέω και τον κοιτώ στα μάτια. Εκείνος χαμογέλασε κι άφησε να φανούν τα χαλασμένα δόντια του. Μου λέει:
- Εγώ μένω στην απέναντι όχθη. Είσαι λοιπόν εχθρός. Και μου δίνει μια στο κεφάλι με το χέρι του, που με πονάει ακόμα τώρα σαν το θυμηθώ. Τον κοιτάζω έτοιμος να κλάψω. Μα συγκρατιέμαι. Αυτός σκάει στα γέλια και χάνεται. Προς το παρόν. Γιατί θα τον ξαναδώ: Εισπράκτορα, εκπαιδευτή στο στρατό, τηλεγραφητή, κλητήρα στο υπουργείο, αστυνόμο, μουσικό στην ορχήστρα, παπά στην ενορία, συγκάτοικο στην πολυκατοικία, γιατρό σε κρατικό νοσοκομείο και τέλος νεκροθάφτη, όταν πετύχει να με θάψει.

Η μορφή του τέρατος είναι πολύχρωμη. Χιλιάδες φωτεινές επιγραφές με άθλια ονόματα καλλιτεχνών, συλλόγων και εταιριών αυτοκινήτων, στοιβάζονται στην οπτική περιοχή των περαστικών, που επιζητούν να σπάσουν τα πολύχρωμα λαμπιόνια για να μπουν μέσα να προφυλαχτούν από τις πόρνες, τα νοσοκομειακά αυτοκίνητα και τις για πάντα ασύλληπτες υπερηχητικές μοτοσυκλέτες. Προχτές, έτσι για κέφι, αναποδογύρισα μια λεωφόρο ασφαλτοστρωμένη, και την είδα πάνω μου, να ξετυλίγεται επικίνδυνα προς την απόλυτη ερημιά της θάλασσας. Ζήτησα να επανέλθω στη ορθία μου στάση, επί της λεωφόρου, αλλά είχε ξημερώσει στο μεταξύ και η εφαρμογή του Οδικού μας Κώδικα δεν μου επέτρεπε την επαναφορά της λεωφόρου στην αρχική της θέση. Έτσι, η μεν λεωφόρος παρέμεινε μετέωρος, κι εγώ, επέστρεψα στο σπίτι μου πεζή.
Το τέρας είχε αρχίσει να κυκλοφορεί. Οι οδοκαθαριστές άρχιζαν την παράσταση τους με Shakespeare, Schiller καί Αισχύλο, μια και ανήκουν δικαιωματικά στο υπουργείο Πολιτισμού. Χορός από τραβεστί, ψάλλει τα χορικά του Θεοδωράκη και αποσύρεται εις τας μικράς οδούς, χορεύοντας συρτάκι. Τουρίστες Γάλλοι, Άγγλοι κι Ελβετοί παρακολουθούν κι ανατριχιάζουν μπρος σ’ αυτό το παραδοσιακό μας μεγαλείο. Και τρέχουνε στις τράπεζες ν’ αλλάξουνε συνάλλαγμα. Το τέρας γίνεται γελοίο και κυκλοφορεί ανενόχλητο από Ωδείο σε Ωδείο. Η κλασική μας Μουσική γίνεται Μαγειρείο. Κι όλος ο κόσμος απαιτεί επιδόματα ειδικά από το Δημόσιο Ταμείο. Το ερώτημα περνάει απ’ τις ηλεκτρικές εφημερίδες της κεντρικής πλατείας. Πώς θ’ αντιδράσουμε και πώς δε θα συμβιβαστούμε με το τέρας;

Θυμάστε τι έγινε στην "Ερωφίλη", από την προηγούμενη φορά. Ο κόσμος της είχε για βασικές αξίες, το ήθος, την αλήθεια και την ομορφιά. Κι έτσι, όταν παρουσιαζότανε η μορφή ενός τέρατος, αναστάτωνε το κοινό αίσθημα εκ βαθέων, και προκαλούσε απρόσμενη, άμεση και καθοριστική αντίδραση. Μόλις ο Βασιλιάς έβγαλε τον μανδύα του μεγαλείου του και το προσωπείο του αγαθού αρχηγού πατέρα, κι εφάνη στο πρόσωπο του η μορφή του τέρατος, με τον διαμελισμό του Πανάρετου, ο Χορός, από γυναίκες, ορμά πάνω του, τον ποδοπατά, τον θανατώνει και τον εξαφανίζει.

Αυτό σημαίνει πως ο χορός των γυναικών αυτών, και δεν φοβήθηκε, αλλά και πως δεν θα μπορούσε ποτέ να μοιάσει με το πρόσωπο του τέρατος.

Μ.Χ.
Κυριακή, 30 Ιουλίου 1978

Από το βιβλίο: «Τα Σχόλια του Τρίτου», Εκδ. Εξάντας,
Αθήνα 1980


Παρασκευή, 19 Οκτωβρίου 2012

Neon - Καρυωτακης - Kαθε πραγματικοτης αποκρουστικη

Κι αν έσβησε σαν ίσκιος τ' όνειρό μου,
κι αν έχασα για πάντα τη χαρά,
κι αν σέρνομαι στ' ακάθαρτα του δρόμου,
πουλάκι με σπασμένα τα φτερά

Κι αν έχει, πριν ανοίξει, το λουλούδι
στον κήπο της καρδιάς μου μαραθεί,
το λεύτερο που εσκέφτηκα τραγούδι
κι αν ξέρω πως ποτέ δε θα ειπωθεί

Κι αν έθαψα την ίδια τη ζωή μου
βαθιά μέσα στον πόνο που πονώ-
καθάρια πως ταράζεται η ψυχή μου
σα βλέπω το μεγάλο ουρανό,

Η θάλασσα σαν έρχεται μεγάλη,
και ογραίνοντας την άμμο το πρωί,
μου λέει για κάποιο γνώριμο ακρογιάλι,
μου λέει για κάποια που 'ζησα ζωή!






ΕΣΠΕΡΑ 
Έτσι προχθές ήταν γλυκιά η εσπέρα... 
Η σκέψη μου νοσταλγικά ενυχτώθη  στον κήπο, στη λιμνούλα και στη σέρα  που εσβήνανε τριαντάφυλλα σαν πόθοι  κι επέθαινε στα τζάμια πάνω η μέρα. 
Έτσι προχθές ήταν γλυκιά η εσπέρα... 
Ένας καημός που ακόμα δεν εδόθη  γινόταν άστρο. Σύννεφο από πέρα  μεγάλωνε (ίδιο σάβανο που κλώθει  με μοχθηρή σπουδή μοιραία μητέρα). 
Έτσι προχθές ήταν γλυκιά η εσπέρα... 
Όταν το δέος μου αξήγητον απλώθη,  το στερνο ρόδο θα 'χανε η σέρα      και η λίμνη με νεκρόφυλλα θα εστρώθη.  Τ' άστρα ζυγώνανε, καημοί , από πέρα. 
Έτσι προχθές ήταν γλυκιά η εσπέρα... 


Τετάρτη, 17 Οκτωβρίου 2012

Λένα Πλάτωνος , Κώστας Καρυωτάκης




Σε παλιό συμφοιτητή
Στίχοι: Κώστας Καρυωτάκης
Μουσική: Λένα Πλάτωνος


Φίλε, η καρδιά μου τώρα σαν να εγέρασε
Τελείωσεν η ζωή μου της Αθήνας,
που όμοια γλυκά και με το γλέντι επέρασε
και με την πίκρα κάποτε της πείνας.

Δε θα 'ρθω πια στον τόπο που η πατρίδα μου
τον έδωκε το γιόρτασμα της νιότης,
παρά περαστικός, με την ελπίδα μου,
με τ' όνειρο που εσβήστη, ταξιδιώτης.

Προσκυνητής θα πάω κατά το σπίτι σου
και θα μου πουν δεν ξέρουν τι εγίνης.
Μ' άλλον μαζί θα ιδώ την Αφροδίτη σου
κι άλλοι το σπίτι θα 'χουν της Ειρήνης.

Θα πάω προς την ταβέρνα, το σαμιώτικο
που επίναμε για να ξαναζητήσω.
Θα λείπεις, το κρασί τους θα' ναι αλλιώτικο,
όμως εγώ θα πιω και θα μεθύσω.

Θ' ανέβω τραγουδώντας και τρεκλίζοντας
στο Ζάππειο που ετραβούσαμεν αντάμα.
Τριγύρω θα 'ναι ωραία πλατύς ο ορίζοντας,
και θα 'ναι το τραγούδι μου σαν κλάμα.









         ----                   ----                ----                 ----              ----           ----          ----


Βράδυ
Στίχοι: Κώστας Καρυωτάκης
Μουσική: Λένα Πλάτωνος



Τα παιδάκια που παίζουν στ' ανοιξιάτικο δείλι
- μια ιαχή μακρυσμένη-
Τ' αεράκι που λόγια με των ρόδων τα χείλη
ψιθυρίζει και μένει

Τ' ανοιχτά παραθύρια που ανασαίνουν την ώρα,
η αδειανή κάμαρά μου
Ένα τρένο που θα 'ρχεται από μια άγνωστη χώρα,
τα χαμένα όνειρά μου

Οι καμπάνες που σβήνουν,και το βράδυ που πέφτει
ολοένα στην πόλη,
στων ανθρώπων την όψη, στ' ουρανού τον καθρέφτη,
στη ζωή μου τώρα όλη...




        ----               ----              ----             ----               ----               ----              ----            


Από χρονικής πλευράς, πρόκειται για την πρώτη δισκογραφική δουλειά της Λένας Πλάτωνος η οποία επρόκειτο να κυκλοφορήσει το φθινόπωρο του 1981. Ωστόσο, ο τότε διευθυντής της εταιρείας Αλέκος Πατσιφάς ενημέρωσε την ερμηνεύτρια του άλμπουμ Σαβίνα Γιαννάτου ότι θα προτιμούσε αμφότερες να μη ξεκινήσουν την πορεία τους στο βινύλιο με κάτι τόσο «βαρύ», αλλά με κάτι πιο σύγχρονο. Έτσι, μπήκαν οι βάσεις για το «Σαμποτάζ» με στίχους της Μαριαννίνας Κριεζή...

Πλάτωνος και Γιαννάτου είχαν συνεργαστεί στην περίφημη κι αξέχαστη ραδιοφωνική εκπομπή για παιδιά «Εδώ Λιλιπούπολη», η οποία ακουγόταν για αρκετά χρόνια όταν διευθυντής στο Τρίτο Πρόγραμμα της ΕΡΤ ήταν ο Μάνος Χατζιδάκις. Έτσι, αποφάσισαν να ηχογραφήσουν 13 ποιήματα του Κώστα Καρυωτάκη τα οποία τελικώς κυκλοφόρησαν σε δίσκο τον Απρίλιο του 1982.



Η μελαγχολία που διέκρινε όλο το έργο του ποιητή αποτυπώνεται στη μουσική σύνθεση και στην ενορχήστρωση της Λένας Πλάτωνος, η οποία είναι λιτή και λιγάκι «μουντή». Βιολί, βιόλα, κοντραμπάσο, ηλεκτρικό μπάσο, τσέλο, πιάνο, ντραμς και κιθάρα είναι τα όργανα που συμμετέχουν, δίνοντας ένα σκουρόχρωμο τόνο σε τούτη τη δουλειά, ο οποίος ωστόσο ταιριάζει απολύτως στο πνεύμα και το ύφος του Καρυωτάκη.

Η ερμηνεία της Γιαννάτου είναι μοναδική και φανερώνει ήδη από τα πρώτα της βήματα ότι πρόκειται περί μιας εξαιρετικής περίπτωσης. Τα χρόνια που μεσολάβησαν μέχρι και σήμερα δικαίωσαν απολύτως εκείνες τις ελπίδες των πρώτων ετών και πλέον η ερμηνεύτρια δικαίως συγκαταλέγεται μέσα στις κορυφαίες όχι μόνο στο ελληνικό, αλλά και στο παγκόσμιο μουσικό στερέωμα!

Να σημειώσουμε ότι το «Μόνο» είχε μελοποιήσει πρώτος ο Γιάννης Σπανός το 1968 στην «Ανθολογία Β'» όπου το τραγούδησε ο Γιάννης Πουλόπουλος, ενώ το «Βράδυ» ερμήνευσε το Νοέμβριο του 1983 και η Δήμητρα Γαλάνη στο δίσκο της «Ατέλειωτος δρόμος».

Παραγωγός του άλμπουμ ήταν ο Γιώργος Μητρόπουλος, η ηχογράφηση έγινε στο στούντιο PDR με ηχολήπτη τον Νώντα Αντωνόπουλο και το remixing από τον Πάνο Δράκο.



Τα τραγούδια του δίσκου

Βράδυ
Χαμόγελο
Άνοιξη
Νύχτα
Σε παλιό συμφοιτητή
Παιδικό
Το φεγγαράκι απόψε
Σα δέσμη από τριαντάφυλλα
Τα γράμματά σου
Κριτική
Η πεδιάς και το νεκροταφείον
Πεθαίνοντας
Μόνο

Δευτέρα, 15 Οκτωβρίου 2012

Τάσος Λειβαδίτης

(φωτ. Μιχαλης Ταδε)



Θυμάσαι τις νύχτες; Για να σε κάνω να γελάσεις περπατούσα πάνω
……στο γυαλί της λάμπας.
«Πώς γίνεται αυτό;» ρώταγες. Μα ήταν τόσο απλό
αφού μ’ αγαπούσες

     ---               ---             ---               ---                ---                ---             ---
Θά ῾θελᾳ νὰ φωνάξω τ᾿ ὄνομά σου, ἀγάπη, μ᾿ ὅλη μου τὴν δύναμη.
Νὰ τ᾿ ἀκούσουν οἱ χτίστες ἀπ᾿ τὶς σκαλωσιὲς καὶ νὰ φιλιοῦνται μὲ τὸν ἥλιο
νὰ τὸ μάθουν στὰ καράβια οἱ θερμαστὲς καὶ ν᾿ ἀνασάνουν ὅλα τὰ τριαντάφυλλα
νὰ τ᾿ ἀκούσει ἡ ἄνοιξη καὶ νά ῾ρχεται πιὸ γρήγορα
νὰ τὸ μάθουν τὰ παιδιὰ γιὰ νὰ μὴν φοβοῦνται τὸ σκοτάδι,
νὰ τὸ λένε τὰ καλάμια στὶς ἀκροποταμιές, τὰ τρυγόνια πάνω στοὺς φράχτες
νὰ τ᾿ ἀκούσουν οἱ πρωτεύουσες τοῦ κόσμου καὶ νὰ τὸ ξαναποῦνε μ ὅλες τὶς καμπάνες τους
νὰ τὸ κουβεντιάζουνε τὰ βράδια οἱ πλύστρες χαϊδεύοντας τὰ πρησμένα χέρια τους.

Νὰ τὸ φωνάξω τόσο δυνατὰ
ποὺ νὰ μὴν ξανακοιμηθεῖ κανένα ὄνειρο στὸν κόσμο
καμιὰ ἐλπίδα πιὰ νὰ μὴν πεθάνει.

Νὰ τ᾿ ἀκούσει ὁ χρόνος καὶ νὰ μὴν σ᾿ ἀγγίξει, ἀγάπη μου, ποτέ.

Τάσος Λειβαδίτης