Δευτέρα, 13 Αυγούστου 2012

«Η κυρία με το σκυλάκι» Άντον Τσέχωφ.




Έλεγαν ότι στην προκυμαία είχε εμφανιστεί ένα καινούργιο πρόσωπο: η κυρία με το σκυλάκι. Ο Ντμίτρης Ντμίτριτς Γκούρωφ ήταν στη Γιάλτα εδώ και δύο εβδομάδες, είχε ήδη εγκλιματιστεί, οπότε άρχισε να ενδιαφέρεται κι αυτός για τα καινούργια πρόσωπα. Μια μέρα που καθόταν στο περίπτερο του Βερνέ, την είδε να περνάει. Ήταν μια νεαρή γυναίκα μετρίου αναστήματος, ξανθιά, με μπερέ, και ξοπίσω της έτρεχε ένα λευκό λουλού.

    Ύστερα τη συναντούσε στο δημοτικό κήπο και στην πλατεία με τα δέντρα, αρκετές φορές την ημέρα. Πάντα περπατούσε μόνη, με τον ίδιο μπερέ και με το λευκό λουλού. Κανείς δεν ήξερε ποια ήταν και την έλεγαν απλώς η κυρία με το σκυλάκι.
    "Αν είναι εδώ χωρίς τον άντρα της και χωρίς γνωστούς", σκεφτόταν ο Γκούρωφ, "δε θα ήταν άσκοπο να τη γνωρίσω".
    Δεν ήταν ακόμα ούτε σαράντα χρόνων, αλλά είχε ήδη μια δωδεκάχρονη κόρη και δύο γιους στο γυμνάσιο. Τον πάντρεψαν πολύ νέο, όταν ακόμα ήταν δευτεροετής φοιτητής, και τώρα η γυναίκα του φαινόταν μιάμιση φορά μεγαλύτερή του. Ήταν μια γυναίκα ψηλή, με σκούρα φρύδια, στητή, σοβαροφανής και, όπως έλεγε η ίδια, σκεπτόμενη. Διάβαζε πολύ, δε χρησιμοποιούσε στα γράμματά της την παλιά ορθογραφία, τον άντρα της τον έλεγε Ντιμίτρη κι όχι Νμίτρη, κι εκείνος βαθιά μέσα του τη θεωρούσε στενόμυαλη, περιορισμένης αντίληψης και άχαρη. Τη φοβόταν και δεν του πολυάρεσε να μένει στο σπίτι. Από καιρό είχε αρχίσει να την απατάει, την απατούσε συχνά, και ίσως γι' αυτό μιλούσε για τις γυναίκες πάντα με άσχημο τρόπο. Και όταν συζητούσαν γι' αυτές παρουσία του, τις αποκαλούσε "κατώτερη ράτσα".
    Νόμιζε ότι η πικρή πείρα που είχε αποκτήσει του επέτρεπε να τις αποκαλεί όπως ήθελε. Ωστόσο χωρίς αυτή την "κατώτερη ράτσα" δεν μπορούσε να ζήσει ούτε δύο μέρες. Στις αντρικές παρέες ένιωθε πλήξη, στενοχώρια, ήταν σιωπηλός και ψυχρός. Αντίθετα, όταν βρισκόταν ανάμεσα σε γυναίκες αισθανόταν άνετα και ήξερε τι να πει και πώς να συμπεριφερθεί. Ακόμα και το να μένει σιωπηλός του ήταν πιο εύκολο. Στο παρουσιαστικό του, στο χαρακτήρα του, στη φύση του υπήρχε κάτι θελκτικό, κάτι άπιαστο που γοήτευε και τραβούσε τις γυναίκες, και το ήξερε. Αλλά κι αυτόν μια άγνωστη δύναμη τον τραβούσε κοντά τους.
    Οι εμπειρίες του, που στην πραγματικότητα ήταν πικρές, τον είχαν διδάξει από καιρό ότι αυτό που αρχίζει σαν μια ευχάριστη αλλαγή στη ζωή, σαν μια χαριτωμένη περιπετειούλα, για τους έντιμους ανθρώπους εξελίσσεται αναπόφευκτα σε εξαιρετικά πολύπλοκο πρόβλημα, και η κατάσταση στο τέλος γίνεται πολύ δύσκολη. Κι αυτό ίσχυε ιδιαιτέρως για τους βραδυκίνητους και διστακτικούς Μοσχοβίτες. Όμως, σε κάθε καινούργια γνωριμία με μια ελκυστική γυναίκα, η πείρα του Γκούρωφ ξεγλιστρούσε από τη μνήμη του, ήθελε να ζήσει και όλα του φαίνονταν πάλι απλά και διασκεδαστικά.
    Μια φορά, λοιπόν, ένα βραδάκι, εκείνος έτρωγε στον κήπο και η κυρία με τον μπερέ πλησίασε με αργό βήμα για να καθίσει στο πλαϊνό τραπέζι. Η έφρασή της, το περπάτημά της, το φόρεμα, το χτένισμα, όλα φανέρωναν ότι είναι του καλού κόσμου, ότι είναι παντρεμένη, ότι έρχεται για πρώτη φορά στη Γιάλτα, ότι είναι μόνη εδώ και ότι πλήττει... Οι φήμες για τη χαλαρότητα των τοπικών ηθών δεν είχαν μεγάλη δόση αλήθειας, εκείνος δεν τους έδινε σημασία -ήξερε ότι τέτοιου είδους φήμες, στις περισσότερες περιπτώσεις, τις επινοούν άνθρωποι που πολύ ευχαρίστως θα αμάρταναν, αν μπορούσαν. Μα όταν η κυρία κάθισε στο διπλανό τραπέζι, τρία βήματα από κείνον, θυμήθηκε αυτές τις ιστορίες για τις εύκολες κατακτήσεις, για τις εκδρομές στα βουνά... Η σκέψη μιας σύντομης και εφήμερης σχέσης, ενός ειδυλλίου με μιαν άγνωστη γυναίκα, της οποίας δεν ήξερε ούτε το όνομα ούτε το επώνυμο, έγινε ξαφνικά πάρα πολύ ελκυστική.
     Έγνεψε παιχνιδιάρικα στο σκυλάκι και, όταν αυτό πλησίασε, το φοβέρισε κουνώντας απειλητικά το δάχτυλό του. Το σκυλί γρύλισε. Ο Γκούρωφ το ξαναφοβέρισε.
    Η κυρία τον κοίταξε και αμέσως χαμήλωσε το βλέμμα.
    - Δε δαγκώνει, είπε και κοκκίνησε.
     - Μπορώ να του δώσω ένα κόκαλο;
    Και όταν εκείνη έγνεψε καταφατικά, αυτός τη ρώτησε με φιλικό ύφος:
    - Είστε καιρό στη Γιάλτα;
    - Περίπου πέντε ημέρες.
    - Εγώ είμαι ήδη δεύτερη εβδομάδα εδώ.
    Για λίγο δε μίλησε κανείς.
    - Ο καιρός περνάει γρήγορα, αλλά είναι πολύ πληκτικά εδώ! είπε εκείνη αποφεύγοντας να τον κοιτάξει.
    - Έχει καθιερωθεί να λένε ότι εδώ είναι πληκτικά. Ένας μικροαστός που μένει κάπου στο Μπελιόφ ή στη Ζίντρα  δεν πλήττει, και όταν έρθει εδώ, αρχίζει τα "Αχ, τι πλήξη! Αχ, τι σκόνη!", λες και έχει έρθει από τη Γρανάδα.
    Η κυρία γέλασε. Ύστερα συνέχισαν να τρώνε σιωπηλά, σαν άγνωστοι. Μετά το γεύμα, όμως, περπάτησαν πλάι πλάι και έπιασαν μια παιχνιδιάρικη, ελαφριά κουβεντούλα, κουβέντα ανθρώπων ελεύθερων, ευχαριστημένων, που δεν τους νοιάζει πού θα πάνε και τι θα πούνε. Σεργιάνιζαν και σχολίαζαν το παράξενο φως που είχε η θάλασσα, την απαλή και ζεστή μενεξεδένια απόχρωση που είχε το νερό, και το φεγγάρι που έριχνε πάνω του χρυσές γραμμές. Σχολίαζαν πόση άπνοια έχει μετά από μια ζεστή μέρα. Ο Γκούρωφ της είπε ότι είναι Μοσχοβίτης, ότι έχει σπουδάσει φιλόλογος, αλλά δουλεύει σε τράπεζα. Της είπε ακόμα ότι κάποτε επρόκειτο να τραγουδήσει σε ιδιωτική όπερα, αλλά τα παράτησε, και ότι έχει δύο σπίτια στη Μόσχα... Από εκείνη έμαθε ότι έχει μεγαλώσει στην Πετρούπολη, αλλά παντρεύτηκε στην πόλη Σ., όπου μένει εδώ και δύο χρόνια, και ότι σκοπεύει να μείνει στη Γιάλτα ένα μήνα ακόμα, και αργότερα μπορεί να έρθει και ο σύζυγός της, που κι εκείνος θέλει να ξεκουραστεί. Αλλά δεν μπορούσε να πει πού ακριβώς υπηρετούσε ο σύζυγός της -στο κυβερνείο του νομού ή στην τοπική αυτοδιοίκηση, και αυτή της η αδυναμία φαινόταν αστεία ακόμα και στην ίδια. Τέλος, ο Γκουρώφ έμαθε ότι τη λένε Άννα Σεργκέεβνα.
    Έπειτα, στο δωμάτιο του ξενοδοχείου τη σκεφτόταν. Σκεφτόταν ακόμα ότι αύριο σίγουρα θα την ξανασυναντούσε. Έτσι έπρεπε να γίνει. Όταν έπεφτε για ύπνο, σκέφτηκε ότι εκείνη πριν από λίγο καιρό ήταν ακόμα στο σχολείο και σπούδαζε, όπως η κόρη του τώρα. Θυμήθηκε, επίσης, πόση αβεβαιότητα, πόση αμηχανία είχε το γέλιο της καθώς κουβέντιαζε μ' έναν άγνωστο -μάλλον, πρώτη φορά στη ζωή της έμενε μόνη υπό τέτοιες συνθήκες, που να την ακολουθούν στο δρόμο, να την κοιτούν και να κουβεντιάζουν μαζί της με έναν κρυφό σκοπό, τον οποίο η ίδια δεν μπορεί να μην υποψιαζόταν. Θυμήθηκε το λεπτό, ντελικάτο λαιμό της, τα ωραία γκρίζα της μάτια.
    "Κι όμως, η μορφή της έχει κάτι θλιμμένο", σκέφτηκε πριν τον πάρει ο ύπνος. 

............................

   Είχε περάσει ήδη μια βδομάδα από τη γνωριμία τους. Ήταν μια μέρα γιορτινή. Στα δωμάτια η ατμόσφαιρα ήταν πνιγηρή, στους δρόμους ο αέρας στροβιλιζόταν, σήκωνε σκόνη, έπαιρνε τα καπέλα από τους περαστικούς. Όλη τη μέρα διψούσαν, και ο Γκούρωφ συχνά πυκνά πήγαινε στο περίπτερο και έφερνε στην Άννα Σεργκέεβνα πότε παγωμένο νερό με σιρόπι και πότε παγωτό. Δεν μπορούσες να σταθείς πουθενά.
    Το βράδυ, όταν ο αέρας έπεσε λίγο, πήγαν στο μόλο να χαζέψουν το ατμόπλοιο που θα ερχόταν. Στην αποβάθρα υπήρχε πολύς κόσμος, είχαν μαζευτεί για να υποδεχτούν κάποιον και κρατούσαν ανθοδέσμες. Εδώ φαίνονταν καθαρά οι δύο ιδιομορφίες της κομψής κοινωνίας της Γιάλτας: οι ηλικιωμένες κυρίες ήταν ντυμένες σαν νεαρές και υπήρχε πληθώρα στρατηγών.
    Λόγω θαλασσοταραχής το ατμόπλοιο έφτασε αργά, ο ήλιος ήδη είχε βασιλέψει, και έκανε πολλή ώρα πριν καταφέρει να προσεγγίσει το μόλο. Η Άννα Σεργκέεβνα κοιτούσε με τα φασαμαίν της το ατμόπλοιο και τους επιβάτες σαν να έψαχνε για γνωστούς, και όταν απευθυνόταν στον Γκούρωφ τα μάτια της έλαμπαν. Μιλούσε πολύ, οι ερωτήσεις της ήταν κοφτές, και αμέσως ξεχνούσε τι ρώτησε. Έπειτα έχασε και τα φασαμαίν της μέσα στον κόσμο.
    Το καλοντυμένο πλήθος διαλυόταν, ήδη τα πρόσωπα δε διακρίνονταν, ο αέρας είχε κοπάσει τελείως. Ο Γκούρωφ και η Άννα Σεργκέεβνα στέκονταν σαν να περίμεναν μήπως κατέβει και κανείς άλλος απ' το πλοίο. Η Άννα Σεργκέεβνα δε μιλούσε πια. Μύριζε τα λουλούδια δίχως να κοιτάζει τον Γκούρωφ.
    - Τώρα που βράδιασε ο καιρός έφτιαξε, είπε ο Γκούρωφ. Πού να πάμε τώρα; Μήπως θα θέλατε να πάμε κάπου έξω από την πόλη;
    Η Άννα Σεργκέεβνα δεν απάντησε.
   Τότε εκείνος την κοίταξε επίμονα και, ξαφνικά, την αγκάλιασε και τη φίλησε στο στόμα. Αισθάνθηκε την ευωδιά και τη δροσιά των λουλουδιών, και την ίδια στιγμή έριξε μια ματιά γύρω, μήπως τον είδε κανείς.
   - Πάμε σε σας... είπε χαμηλόφωνα.
   Κι έφυγαν με γοργά βήματα.
   Στο δωμάτιό της η ατμόσφαιρα ήταν αποπνικτική, μύριζε έντονα ένα άρωμα που είχε αγοράσει από ένα γιαπωνέζικο μαγαζί. Ο Γκούρωφ την κοίταζε και σκεφτόταν: "Τι περίεργες συναντήσεις που φέρνει η ζωή!" Από το παρελθόν διατηρούσε αναμνήσεις από κάποιες ανέμελες, καλόκαρδες γυναίκες, εύθυμες, ερωτικές, γεμάτες ευγνωμοσύνη για την ευτυχία που τους χάριζε, κι ας ήταν σύντομη. Θυμόταν και κάτι άλλες, όπως για παράδειγμα τη γυναίκα του, που αγαπούσαν χωρίς ειλικρίνεια, όλο περιττά λόγια και καμώματα και υστερίες, μ' ένα ύφος σαν να μην ήταν μόνο αγάπη και πάθος, αλλά κάτι πιο σπουδαίο. Ήταν και άλλες δυο-τρεις, πολύ όμορφες, ψυχρές, που στα πρόσωπά τους ξαφνικά ζωγραφιζόταν μια αρπαχτική έκφραση, μια έντονη επιθυμία να πάρουν, να αρπάξουν από τη ζωή περισσότερα απ' όσα μπορούσε να τους δώσει. Δεν ήταν πια τόσο νέες, ήταν όλο καπρίτσια, παράλογες, δεσποτικές, ανόητες γυναίκες, και όταν ο Γκούρωφ ψυχραινόταν, η ομορφιά τους του προκαλούσε απέχθεια και οι δαντέλες στα εσώρουχά τους του φαίνονταν σαν λέπια.
Όμως τώρα, εδώ, επικρατούσε αυτή η αβεβαιότητα, η αδεξιότητα της άπειρης νεότητας, το αίσθημα της αμηχανίας. Και υπήρχε και μια σύγχυση, σαν ξαφνικά κάποιος να χτύπησε την πόρτα. Η Άννα Σεργκέεβνα, η "κυρία με το σκυλάκι", είχε αντιδράσει πολύ περίεργα μετά το συμβάν, πολύ σοβαρά, σαν αυτό να σηματοδοτούσε τον ξεπεσμό της -έτσι έδειχνε- κάτι που ήταν παράλογο και άτοπο. Τα χαρακτηριστικά της είχαν μαραθεί, και τα μακριά της μαλλιά κρέμονταν θλιμμένα στα πλάγια του προσώπου της. Βυθισμένη σε σκέψεις, έχοντας πάρει μια μελαγχολική στάση, έμοιαζε σαν αμαρτωλή σε παλιό πίνακα.
   - Δεν είναι καλό, είπε. Τώρα, εσείς πρώτος δε θα με σέβεστε.
   Στο τραπέζι υπήρχε ένα καρπούζι. Ο Γκούρωφ έκοψε μια φέτα και άρχισε να τρώει αργά. Πέρασε σχεδόν μισή ώρα στη σιωπή.
   Η Άννα Σεργκέεβνα ήταν συγκινητική, απέπνεε την αγνότητα μιας τίμιας αφελούς γυναίκας, που δεν είχε ζήσει πολλά. Το κερί που έκαιγε στο τραπέζι μόλις που φώτιζε το πρόσωπό της, αλλά φαινόταν τι θύελλα είχε ξεσπάσει στην ψυχή της.
   - Γιατί θα σταματούσα να σε σέβομαι; ρώτησε ο Γκούρωφ. Δεν ξέρεις τι λες.
   - Ας με συγχωρήσει ο Θεός! είπε, και τα μάτια της γέμισαν δάκρυα. Είναι τρομερό.
   - Σαν να θέλεις να δικαιολογηθείς.
   - Πώς να δικαιολογηθώ; Είμαι μια αισχρή, μια πρόστυχη γυναίκα, σιχαίνομαι τον εαυτό μου και δεν προσπαθώ να βρω δικαιολογίες. Δεν απάτησα τον άντρα μου, τον εαυτό μου απάτησα. Και όχι μόνο τώρα, από καιρό τον απατώ. Ο άντρας μου, μολονότι είναι ένας τίμιος, καλός άνθρωπος, παραμένει ένας λακές. Δεν έχω ιδέα τι κάνει, που υπηρετεί, ξέρω μονάχα ότι είναι λακές. Όταν τον παντρεύτηκα, ήμουν είκοσι χρονών, με ταλάνιζε η περιέργεια, ήθελα κάτι καλύτερο. Δεν μπορεί, υπάρχει και άλλη ζωή- έλεγα. Ήθελα να ζήσω! Να ζήσω, να ζήσω... Καιγόμουν από περιέργεια... Εσείς δεν το καταλαβαίνετε, αλλά, ορκίζομαι στον Θεό, δεν μπορούσα να συγκρατηθώ, κάτι συνέβαινε με μένα, δε θα με κρατούσε τίποτα, είπα στον άντρα μου ότι είμαι άρρωστη, και ήρθα εδώ... Και εδώ όλο περπατούσα σαν ζαλισμένη, σαν τρελή... Και να που έγινα μια πρόστυχη, μια ελεεινή γυναίκα, ο καθένας μπορεί να με περιφρονεί.
   Ο Γκούρωφ, εδώ και ώρα, έπληττε ακούγοντάς την.Τον ενοχλούσε ο αφελής τόνος, αυτή η μετάνοια, τόσο ξαφνική και τόσο άτοπη. Αν τα μάτια της δεν ήταν δακρυσμένα, θα έλεγε κανείς ότι αστειεύεται ή ότι παίζει θέατρο.
   - Δεν καταλαβαίνω, είπε χαμηλόφωνα. Τι θέλεις;
   Εκείνη έκρυψε το πρόσωπό της στο στήθος του και τον αγκάλιασε σφιχτά.
   - Πιστέψτε με, πιστέψτε με, σας εκλιπαρώ... έλεγε. Μου αρέσει η τίμια, αγνή ζωή, μισώ την αμαρτία, ούτε κι εγώ ξέρω τι έκανα. Οι απλοί άνθρωποι λένε: ο διάβολος μ' έβαλε. Κι εγώ μπορώ να πω το ίδιο, ότι μ' έβαλε ο ακατανόμαστος.
   - Φτάνει, φτάνει... έλεγε εκείνος.
   Την κοίταζε στα φοβισμένα της μάτια, τη φιλούσε, μιλούσε σιγανά και χαϊδευτικά. Κι εκείνη σιγά σιγά συνήλθε και ξαναβρήκε το κέφι της και άρχισαν να γελάνε και οι δύο.
   Έπειτα, όταν βγήκαν έξω, στην προκυμαία δεν υπήρχε ψυχή και η πόλη με τα κυπαρίσσια της έμοιαζε νεκρή. Ακουγόταν όμως η θάλασσα που ήταν ακόμα ταραγμένη, και τα κύματα που έσκαγαν με δύναμη στην ακτή. Μια βάρκα κλυδωνιζόταν στα κύματα κι ένα φαναράκι στη βάρκα τρεμόσβηνε νυσταλέα.
   Βρήκαν έναν αμαξά και ξεκίνησαν για την Ορεάντα.
   - Πριν λίγο, κάτω στην είσοδο, έμαθα το επίθετό σου: στον πίνακα γράφει Φον Ντίντεριτς, είπε ο Γκούρωφ. Ο άντρας σου είναι Γερμανός;
   - Όχι, νομίζω ότι ο παππούς του ήταν Γερμανός, αλλά ο ίδιος είναι ορθόδοξος.
   Στην Ορεάντα κάθισαν σ' ένα παγκάκι κοντά στην εκκλησία και κοιτούσαν κάτω τη θάλασσα σιωπηλοί. Η Γιάλτα ίσα που φαινόταν στην πρωινή πάχνη, και στις κορφές των βουνών έστεκαν ακίνητα άσπρα σύννεφα. Στα δέντρα δεν κουνιόταν φύλλο, έσκαγε ο τζίτζικας, και ο μονότονος πνιχτός ήχος της θάλασσας που ακουγόταν από χαμηλά μιλούσε για τη γαλήνη, για τον αιώνιο ύπνο που μας περιμένει. Έτσι ακριβώς ακουγόταν η θάλασσα εκεί κάτω όταν δεν υπήρχε ακόμα ούτε Γιάλτα ούτε Ορεάντα, έτσι ακούγεται και τώρα, κι έτσι ακριβώς -αδιάφορα και πνιχτά- θα ακούγεται κι όταν εμείς δε θα υπάρχουμε πια. Και σ' αυτή την αίσθηση σταθερότητας, απάθειας και αδιαφορίας για τη ζωή και το θάνατο του καθενός μας κρύβεται, ίσως, η εγγύηση της αιώνιας σωτηρίας, της ακατάπαυστης κίνησης της ζωής στη γη, της αέναης τελειότητας. Καθισμένος πλάι στη νεαρή γυναίκα, που την αυγή φαινόταν τόσο όμορφη, ήσυχος και γοητευμένος από το παραμυθένιο περιβάλλον -τη θάλασσα, τα βουνά, τα σύννεφα, τον απέραντο ουρανό- ο Γκούρωφ συνειδητοποιούσε πως, στην πραγματικότητα, αν το συλλογιστεί κανείς, όλα είναι όμορφα στον κόσμο, με εξαίρεση αυτά που σκεφτόμαστε και πράττουμε όταν ξεχνάμε τους ανώτερους σκοπούς της ανθρώπινης ύπαρξης και την αξιοπρέπειά μας.
   Πλησίασε κάποιος -μάλλον φύλακας- τους κοίταξε και έφυγε. Κι αυτή η λεπτομέρεια τους φάνηκε τόσο παράξενη και τόσο όμορφη. Κοίταζαν το ατμόπλοιο από τη Θεοδοσία να έρχεται λουσμένο στο φως της αυγής, με τα φώτα σβηστά.
   - Έχει πάχνη στο χορτάρι, είπε η Άννα Σεργκέεβνα, ύστερα από σιωπή.
   - Ναι. Καιρός να γυρίσουμε.
   Γύρισαν στην πόλη.
   Μετά, κάθε μεσημέρι συναντιόντουσαν στην παραλία, έπαιρναν μαζί πρωινό, γευμάτιζαν, έκαναν βόλτες, θαύμαζαν τη θάλασσα. Εκείνη παραπονιόταν ότι δεν κοιμόταν καλά και ότι η καρδιά της χτυπούσε ανήσυχα. Του έκανε όλο τις ίδιες ερωτήσεις, βασανιζόταν πότε από τη ζήλια της, πότε από το φόβο της μήπως δεν τη σέβεται αρκετά. Και συχνά, στην πλατεία με τα δέντρα ή στον κήπο, όταν δεν υπήρχε ψυχή γύρω, εκείνος τη σφιχταγκάλιαζε ξαφνικά και τη φιλούσε παθιασμένα. Η απόλυτη απραξία, αυτά τα φιλιά μέρα μεσημέρι, με χτυποκάρδι μη τυχόν τους δει κανένα μάτι, η ζέστη, η μυρωδιά της θάλασσας και η μόνιμη παρουσία των αργόσχολων καλοντυμένων χορτασμένων περαστικών σαν να τον είχαν μεταμορφώσει τελείως. Άρχισε να λέει στην Άννα Σεργκέεβνα πόσο όμορφη είναι, πόσο ελκυστική... Έγινε ανυπόμονος, παθιασμένος, δεν έκανε βήμα από κοντά της. Αυτή μελαγχολούσε συχνά και τον προκαλούσε να παραδεχτεί ότι δεν τη σέβεται, ότι δεν την αγαπάει καθόλου, και ότι σ' εκείνη βλέπει μονάχα μια πρόστυχη. Σχεδόν κάθε βράδυ, αργά, πήγαιναν με την άμαξα κάπου έξω από την πόλη, στην Ορεάντα ή στον καταρράχτη. Οι βόλτες αυτές πάντα τους άρεσαν, και οι εντυπώσεις τους κάθε φορά ήταν το ίδιο υπέροχες και μεγαλειώδεις.
   Περίμεναν ότι θα έρθει ο άντρας της. Όμως ήρθε γράμμα του, στο οποίο παραπονιόταν ότι υπέφερε από τα μάτια του, και ικέτευε τη γυναίκα του να γυρίσει το γρηγορότερο δυνατόν. Η Άννα Σεργκέεβνα έσπευσε να φύγει.
   - Καλύτερα που φεύγω, έλεγε στον Γκούρωφ. Έτσι το θέλησε η μοίρα.
   Έφυγε με άμαξα, κι εκείνος τη συνόδεψε. Ταξίδευαν ολόκληρη μέρα. Όταν εκείνη επιβιβάστηκε στο βαγόνι της ταχείας και το τραίνο σφύριξε για δεύτερη φορά, είπε:
   - Αφήστε με να σας κοιτάξω άλλη μια φορά... Να σας κοιτάξω άλλη μια φορά. Να, έτσι.
   Δεν έκλαιγε, αλλά τον κοιτούσε θλιμμένα σαν να ήταν άρρωστη, και τα χείλη της έτρεμαν.
   - Θα σας σκέφτομαι... θα σας θυμάμαι, έλεγε. Ο Θεός μαζί σας, μείνετε λίγο. Μη μου κρατάτε κακία. Χωρίζουμε για πάντα, αυτό είναι το σωστό, αφού δεν έπρεπε να συναντηθούμε καθόλου. Λοιπόν, ο Θεός μαζί σας.
   Η αμαξοστοιχία έφυγε γρήγορα, τα φώτα της χάθηκαν και, μετά από ένα λεπτό, ούτε το αγκομαχητό της δεν ακουγόταν πια, σαν να είχαν συνωμοτήσει όλα εναντίον τους, για να τερματίσουν απότομα αυτή τη γλυκιά αλλοφροσύνη, αυτή την τρέλα. Μόνος πια στην πλατφόρμα,κοιτάζοντας μακριά μες στο σκοτάδι, ο Γκούρωφ άκουγε τους γρύλους και το βουητό των τηλεγραφικών συρμάτων με μια αίσθηση σαν να είχε μόλις ξυπνήσει. Και σκεφτόταν ότι, να, στη ζωή του είχε άλλη μια περιπέτεια, άλλη μια ιστορία που τελείωσε, και τώρα έμενε μόνο ως ανάμνηση. Ήταν συγκινημένος, λυπημένος, και ένιωθε μια ελαφριά μεταμέλεια. Αυτή η νεαρή γυναίκα, την οποία μάλλον δε θα ξανάβλεπε ποτέ, δεν ήταν ευτυχισμένη μαζί του. Εκείνος ήταν διαχυτικός και εγκάρδιος μαζί της, αλλά στη συμπεριφορά του, στο ύφος και στα χάδια του διαφαινόταν σαν σκιά μια ελαφριά ειρωνεία, η αγενής υπεροψία ενός ευτυχισμένου άντρα, που είχε και τα διπλά της χρόνια. Εκείνη συνεχώς τον έλεγε καλό, υπέροχο, ανώτερο άνθρωπο. Ήταν ολοφάνερο ότι της φαινόταν άλλος απ' ό,τι ήταν στην πραγματικότητα. Έτσι, άθελά του, την κορόιδευε...
   Εδώ στο σταθμό, μύριζε ήδη φθινόπωρο, η βραδιά ήταν δροσερή.
   "Ώρα να φεύγω κι εγώ προς το βορρά", σκεφτόταν ο Γκούρωφ καθώς απομακρυνόταν από την πλατφόρμα. "Ώρα να φεύγω!"

..............................

   Στο σπίτι του, στη Μόσχα, όλα ήταν έτοιμα για το χειμώνα. Είχαν ανάψει τις σόμπες και τα πρωινά, όταν τα παιδιά ετοιμάζονταν για το γυμνάσιο και έπιναν τσάι, ήταν σκοτεινά και η νταντά άναβε για λίγο το φως. Είχε ήδη αρχίσει η παγωνιά. Όταν πέφτει το πρώτο χιόνι, την πρώτη μέρα βγαίνουν τα έλκηθρα και είναι ωραίο να βλέπεις την κάτασπρη γη, τις λευκές στέγες... Ανασαίνεις απαλά, υπέροχα, και τότε θυμάσαι τα νεανικά σου χρόνια. Οι γέρικες φλαμουριές και οι σημύδες, κατάλευκες από την πάχνη, έχουν μια αγαθή έκφραση, σου είναι πιο οικείες από τα κυπαρίσσια και τους φοίνικες, και κοντά τους δε θέλεις να σκέφτεσαι τα βουνά και τη θάλασσα.
   Ο Γκούρωφ ήταν Μοσχοβίτης. Επέστρεψε, λοιπόν, στη Μόσχα μια λαμπερή, παγωμένη μέρα και, όταν φόρεσε τη γούνα και τα ζεστά του γάντια και έκανε βόλτα στην Πετρόφκα, και όταν το σαββατόβραδο άκουσε να χτυπούν οι καμπάνες, το πρόσφατο ταξίδι του και τα τοπία που επισκέφτηκε έχασαν γι' αυτόν όλη τους τη μαγεία. Σιγά σιγά βυθίστηκε πάλι στη μοσχοβίτικη ζωή, διάβαζε μανιωδώς τρεις εφημερίδες την ημέρα, αν και έλεγε ότι δε διαβάζει τις μοσχοβίτικες εφημερίδες για λόγους αρχής. Τον τραβούσαν πάλι τα εστιατόρια, οι λέσχες, τα επίσημα γεύματα, οι γιορτές, και τον κολάκευε το γεγονός ότι στο σπίτι του σύχναζαν διάσημοι δικηγόροι και καλλιτέχνες, και στην ιατρική λέσχη έπαιζε χαρτιά με καθηγητές. Ήδη μπορούσε να φάει μια ολόκληρη μερίδα γιαχνί στο τηγάνι...
   Νόμιζε ότι, πριν περάσει μήνας, η Άννα Σεργκέεβνα θα χανόταν σιγά σιγά από τη μνήμη του, και ότι θα την έβλεπε μόνο στο όνειρό του καμιά φορά, μ' εκείνο το συγκινητικό χαμόγελο, όπως έβλεπε και τις άλλες. Όμως ο μήνας είχε περάσει προ πολλού, ήρθε η βαρυχειμωνιά, και στη μνήμη του όλα ήταν τόσο ζωντανά, σαν να είχε αποχαιρετήσει την Άννα Σεργκέεβνα μόλις χθες. Και οι αναμνήσεις φούντωναν όλο και περισσότερο.Όταν μες στη βραδινή ησυχία, στο γραφείο του, ακούγονταν οι φωνές των παιδιών που διάβαζαν τα μαθήματά τους, ή όταν άκουγε μια ρομάντζα είτε κάποιο μουσικό όργανο στο εστιατόριο, ή όταν άκουγε από την καμινάδα το βουητό της χιονοθύελλας, τότε επανέρχονταν ξαφνικά στη μνήμη του όλα: όσα συνέβησαν στο μόλο, η πρωινή ομίχλη στα βουνά, το ατμόπλοιο από τη Θεοδοσία, τα φιλιά... Για ώρα έκοβε βόλτες στο δωμάτιο και θυμόταν και χαμογελούσε. Και ύστερα οι αναμνήσεις μεταμορφώνονταν σε όνειρα, και το παρελθόν στη φαντασία του μπερδευόταν με τα μελλούμενα. Την Άννα Σεργκέεβνα δεν την έβλεπε μόνο στα όνειρά του, αλλά τον ακολουθούσε παντού σαν σκιά και τον παρακολουθούσε. Έκλεινε τα μάτια και την έβλεπε ολοζώντανη, και του φαινόταν ακόμη πιο όμορφη, πιο νέα, πιο τρυφερή απ' ό,τι ήταν. Και τον εαυτό του τον έβλεπε καλύτερο απ' ό,τι ήταν τότε, στη Γιάλτα. Τα βράδια τον κοιτούσε από τη βιβλιοθήκη, από το τζάκι, από τη γωνία. Άκουγε την ανάσα της, το τρυφερό θρόισμα της φούστας της. Στο δρόμο το βλέμμα του ακολουθούσε τις γυναίκες, έψαχνε μήπως και της έμοιαζε καμιά...
   Και άρχισε να τον βασανίζει η λαχτάρα να μοιραστεί με κάποιον τις αναμνήσεις του. Αλλά στο σπίτι δεν μπορούσε να μιλήσει για τον έρωτά του, και, εκτός σπιτιού, δεν είχε κανέναν δικό του. Δε θα το έλεγε, βέβαια, στην οικογένειά του ή στους τραπεζικούς. Και για τι πράγμα να μιλούσε; Είχε αγαπήσει, μήπως, τότε; Μήπως υπήρχε κάτι όμορφο, ποιητικό ή διδακτικό ή, έστω, ενδιαφέρον στις σχέσεις του με την Άννα Σεργκέεβνα; Έτσι ήταν αναγκασμένος να μιλάει αόριστα για τον έρωτα, για τις γυναίκες, και κανένας δεν μπορούσε να μαντέψει περί τίνος επρόκειτο. Μονάχα η γυναίκα του ανασήκωνε τα σκούρα της φρύδια και έλεγε: "Ντιμίτρι, δεν σου πάει καθόλου ο ρόλος του δανδή".
   Ένα βράδυ, βγαίνοντας από την Ιατρική Λέσχη μ' έναν συμπαίκτη του, δημόσιο υπάλληλο, ο Γκούρωφ δε βάσταξε πια και είπε: "Στη Γιάλτα γνώρισα μια πολύ γοητευτική γυναίκα!".
   Ο δημόσιος υπάλληλος μπήκε στο έλκηθρο και ξεκίνησε, αλλά ξαφνικά γύρισε και φώναξε:
   - Ντιμίτρι Ντιμίτριτς!
   - Τι έγινε;
   - Απόψε είχατε δίκιο: ο οξύρρυγχος μύριζε!
   Αυτά τα λόγια, τα τόσο συνηθισμένα, για κάποιο άγνωστο λόγο ξαφνικά εξόργισαν τον Γκούρωφ, του φάνηκαν ταπεινωτικά, βρόμικα. Τι βάρβαρα ήθη, τι πρόσωπα! Τι ανούσιες νύχτες, τι αδιάφορες, ασήμαντες ημέρες! Η μανία με τα χαρτιά, η λαιμαργία, το μεθύσι, οι κουβέντες συνέχεια για τα ίδια και τα ίδια. Οι άχρηστες δουλειές και οι επαναλαμβανόμενες συζητήσεις καταλαμβάνουν το καλύτερο μέρος του χρόνου, απομυζούν τις δυνάμεις μας και, στο τέλος, μας μένει μια ζωή κουτσουρεμένη, χωρίς φτερά, ένα κενό. Και είναι αδύνατον να ξεφύγεις και να τρέξεις μακριά, σαν να είσαι στο τρελοκομείο ή στη φυλακή!
   Ο Γκούρωφ δεν κοιμήθηκε όλη νύχτα και εκνευρίστηκε. Και μετά, όλη τη μέρα την πέρασε με πονοκέφαλο. Και τις επόμενες νύχτες κοιμόταν ανήσυχα, όλο ανακάθιζε στο κρεβάτι και σκεφτόταν ή έκοβε βόλτες πάνω-κάτω. Είχε βαρεθεί τα παιδιά, και την τράπεζα την είχε βαρεθεί, δεν ήθελε να πάει πουθενά ούτε να μιλήσει σε κανένα.
   Το Δεκέμβριο, στις γιορτές, ετοίμασε τις βαλίτσες του, είπε στη γυναίκα του ότι πηγαίνει στην Πετρούπολη για την υπόθεση ενός νεαρού -και έφυγε για την πόλη Σ. Γιατί; Ούτε ο ίδιος δεν το ήξερε καλά καλά. Ήθελε μόνο να δει την Άννα Σεργκέεβνα και να μιλήσει μαζί της, να τη συναντήσει κρυφά, αν ήταν δυνατόν.
   Έφτασε στην πόλη Σ. το πρωί, και στο ξενοδοχείο έπιασε το καλύτερο δωμάτιο, όπου όλο το πάτωμα ήταν στρωμένο με γκρίζα στρατιωτική τσόχα και στο τραπέζι υπήρχε ένα μελανοδοχείο, γκρίζο από τη σκόνη, μ' έναν καβαλάρη στο άλογό του, που κρατούσε στο χέρι το καπέλο του και δεν είχε κεφάλι. Ο θυρωρός τού έδωσε τις σχετικές πληροφορίες: Ο φον Ντίντεριτς έμενε στην οδό Στάρο-Γκοντσάρναγια, σε ιδιόκτητο σπίτι που ήταν κοντά στο ξενοδοχείο, ζούσε καλά, με μεγάλες ανέσεις, είχε δικά του άλογα και ήταν πασίγνωστος στην πόλη. Ο θυρωρός πρόφερε το επώνυμό του έτσι: Ντρίδιριτς.
   Ο Γκούρωφ, χωρίς βιασύνη, πήγε στην οδό Στάρο-Γκοντσάρναγια και βρήκε το σπίτι. Το περιτριγύριζε ένας φράχτης γκρίζος, μακρύς, με σιδερένια κάγκελα.
   "Από έναν τέτοιο φράχτη δύσκολα θα μπορούσε να το σκάσει κανείς", σκεφτόταν ο Γκούρωφ, κοιτάζοντας πότε τα παράθυρα και πότε το φράχτη.
   Σκεφτόταν ότι εκείνη την ημέρα ήταν αργία και ο άντρας της μάλλον θα ήταν στο σπίτι. Ούτως ή άλλως θα ήταν αδιακρισία εκ μέρους του να την επισκεφτεί και να τη φέρει σε δύσκολη θέση. Αν της έστελνε σημείωμα, μπορεί να έπεφτε στα χέρια του συζύγου και τότε θα χάλαγαν όλα. Το καλύτερο θα ήταν να περιμένει την κατάλληλη ευκαιρία. Και όλο περπατούσε στο δρόμο, κοντά στο φράχτη, και περίμενε αυτή την ευκαιρία. Είδε να μπαίνει από την πύλη ένας ζητιάνος και να του ορμούν τα σκυλιά και μετά από μια ώρα άκουσε να παίζουν πιάνο, και οι ήχοι έφταναν αδύνατοι, ασαφείς. Πρέπει να έπαιζε η Άννα Σεργκέεβνα. Ξαφνικά, η πόρτα της κύριας εισόδου άνοιξε και βγήκε έξω μια γριούλα. Πίσω της έτρεχε το γνωστό λευκό λουλού. Ο Γκούρωφ θέλησε να φωνάξει το σκυλί, αλλά η καρδιά του άρχισε να χτυπάει σαν τρελή, και απ' την ταραχή του δεν μπόρεσε να θυμηθεί το όνομα του σκυλιού.
   Συνέχισε να περπατάει, κι όλο και περισσότερο μισούσε το γκρίζο φράχτη. Σκεφτόταν θυμωμένος ότι η Άννα Σεργκέεβνα θα τον είχε ξεχάσει και, πιθανόν, θα διασκέδαζε ήδη με άλλον, πράγμα που θα ήταν πολύ φυσικό για μια νέα γυναίκα που είναι αναγκασμένη να βλέπει από το πρωί ως το βράδυ αυτόν τον καταραμένο φράχτη. Γύρισε πίσω στο δωμάτιό του και για πολλή ώρα καθόταν στον καναπέ μην ξέροντας τι να κάνει. Ύστερα γευμάτισε και κοιμήθηκε αρκετή ώρα.
   "Όλ' αυτά είναι τόσο ανόητα και ενοχλητικά", σκέφτηκε μόλις ξύπνησε και κοίταξε τα σκοτεινά παράθυρα: είχε νυχτώσει κιόλας. "Να που κοιμήθηκα, άγνωστο γιατί. Τι θα κάνω τώρα που νύχτωσε;"
   Καθόταν στο κρεβάτι, πάνω σ' ένα φτηνό γκρίζο πάπλωμα σαν του νοσοκομείου και, θυμωμένος, ξεσπούσε στον εαυτό του:
   "Ιδού η κυρία με το σκυλάκι... Ιδού και η περιπέτειά σου... Καλά να πάθεις, κάθισε τώρα εδώ".
   Το πρωί, στο σταθμό, του είχε τραβήξει την προσοχή μια αφίσα με τεράστια γράμματα: θα ανέβαζαν για πρώτη φορά την Γκέισα. Το θυμήθηκε και πήγε στο θέατρο.
  "Είναι πολύ πιθανόν να πηγαίνει στις πρεμιέρες", σκέφτηκε.
   Το θέατρο ήταν γεμάτο. Κι εδώ, όπως και σε όλα τα επαρχιακά θέατρα, πάνω από το πολύφωτο υπήρχε ένα σύννεφο καπνού και ο εξώστης έδινε το παρόν με πολύ θόρυβο. Στην πρώτη σειρά, πριν αρχίσει η παράσταση, στέκονταν οι ντόπιοι δανδήδες με τα χέρια πίσω. Κι εδώ, στο θεωρείο των επισήμων, στην πρώτη θέση καθόταν η κόρη του κυβερνήτη φορώντας γούνινη εσάρπα. Ο κυβερνήτης κρυβόταν σεμνά πίσω από την κουρτίνα -μόνο τα χέρια του φαίνονταν. Η αυλαία σάλευε και οι μουσικοί κούρδιζαν τα όργανα για πολλή ώρα. Όλο το διάστημα που έμπαιναν οι θεατές και κάθονταν στις θέσεις τους, ο Γκούρωφ, με αχόρταγο βλέμμα, έψαχνε γύρω του.
   Μπήκε και η Άννα Σεργκέεβνα. Κάθισε στην τρίτη σειρά, κι όταν την είδε, η καρδιά του σφίχτηκε και ένιωσε ότι γι' αυτόν τώρα πια δεν υπήρχε σ' όλο τον κόσμο άνθρωπος πιο οικείος, πιο ακριβός και πιο σημαντικός από εκείνη. Εκείνη, χαμένη στο επαρχιώτικο πλήθος, μια μικροκαμωμένη γυναίκα με φτηνά φασαμαίν στο χέρι, γέμιζε τώρα όλη του τη ζωή, ήταν ο καημός του, η χαρά του, η μοναδική ευτυχία που επιθυμούσε για τον εαυτό του. Και κάτω απ' τους ήχους της κακής ορχήστρας, των πανάθλιων, χυδαίων βιολιών, σκεφτόταν: τι όμορφη που είναι. Σκεφτόταν και έκανε όνειρα.
  Μαζί με την Άννα Σεργκέεβνα μπήκε και κάθισε πλάι της ένας νεαρός άντρας με μικρές φαβορίτες, πολύ ψηλός, σχεδόν καμπούρης. Σε κάθε βήμα κουνούσε το κεφάλι και έμοιαζε σαν να υποκλινόταν συνέχεια. Κατά πάσα πιθανότητα ήταν ο άντρας της, τον οποίον τότε, στη Γιάλτα, σ' ένα ξέσπασμα πίκρας και θυμού τον είχε αποκαλέσει λακέ. Και όντως, το κυρτό του σώμα, οι φαβορίτες του, η μικρή του φαλάκρα θύμιζαν κάτι από ταπεινό λακέ. Χαμογελούσε γλυκά και στην μπουτονιέρα του λαμποκοπούσε κάποιο επιστημονικό σήμα, ακριβώς σαν νούμερο λακέ.
   Στο πρώτο διάλειμμα ο σύζυγος βγήκε να καπνίσει κι εκείνη έμεινε στην πολυθρόνα της. Ο Γκούρωφ, που καθόταν επίσης στην πλατεία, την πλησίασε και είπε με τρεμάμενη φωνή, προσπαθώντας να χαμογελάσει:
   - Χαίρετε...
   Εκείνη τον κοίταξε και πάνιασε. Τον ξανακοίταξε με τρόμο, μην πιστεύοντας στα μάτια της, και έσφιξε δυνατά στα χέρια της τη βεντάλια και τα φασαμαίν, παλεύοντας φανερά να μη χάσει τις αισθήσεις της. Και οι δύο σιωπούσαν. Εκείνη καθόταν, εκείνος στεκόταν όρθιος, φοβισμένος από την αμηχανία της, και δεν τολμούσε να καθίσει πλάι της. Ξαφνικά ακούστηκαν τα βιολιά και τα φλάουτα που τα κούρδιζαν. Τρόμαξαν και οι δύο, τους φαινόταν σαν να τους κοιτούσαν απ' όλα τα θεωρεία. Μετά εκείνη σηκώθηκε και πήγε γρήγορα προς την έξοδο. Εκείνος την ακολούθησε και προχωρούσαν και οι δυο τους σαν χαμένοι στους διαδρόμους, ανέβαιναν και κατέβαιναν σκάλες, και μπροστά στα μάτια τους πηγαινοέρχονταν άνθρωποι με στολές δικαστικών, καθηγητών και άλλες στολές -όλοι με διακριτικά σήματα στο πέτο. Έβλεπαν τις κυρίες, τις γούνες στις κρεμάστρες, έκανε ρεύμα και έφερνε τη μυρωδιά από τ' αποτσίγαρα. Κι ο Γκούρωφ, που η καρδιά του χτυπούσε δυνατά, σκεφτόταν: "Ω, Θεέ μου! προς τι αυτοί οι άνθρωποι, αυτή η ορχήστρα;"
   Και την ίδια στιγμή, ξαφνικά, θυμήθηκε εκείνο το βράδυ στο σταθμό που συνόδευε την Άννα Σεργκέεβνα και έλεγε στον εαυτό του ότι όλα τελείωσαν και ότι δε θα ξανασυναντηθούν ποτέ. Πόσο μακριά ήταν ακόμα το τέλος!
   Στη στενή, σκοτεινή σκάλα που έγραφε "Είσοδος στο Αμφιθέατρο", εκείνη σταμάτησε.
   - Πώς με τρομάξατε! είπε βαριανασαίνοντας, κατάχλωμη ακόμα, σοκαρισμένη. Ω, πώς με τρομάξατε! Παρά λίγο να πεθάνω. Γιατί ήρθατε; Γιατί;
   - Μα καταλάβετε, Άννα, καταλάβετέ με... είπε εκείνος βιαστικά, ψιθυρίζοντας. Σας εκλιπαρώ, καταλάβετε...
   Εκείνη τον κοιτούσε με φόβο, με ικεσία, με αγάπη, τον κοιτούσε επίμονα για να συγκρατήσει στη μνήμη της καλύτερα τα χαρακτηριστικά του.
   - Υποφέρω τόσο πολύ! συνέχισε μην ακούγοντας τι έλεγε εκείνος. Όλο τον καιρό μόνο εσάς σκεφτόμουν, ζούσα με τις σκέψεις μου για σας. Και ήθελα να ξεχάσω, να ξεχάσω -μα, γιατί ήρθατε;
   Πιο ψηλά, στο πλατύσκαλο, δυο γυμνασιόπαιδα κάπνιζαν και κοίταζαν κάτω, αλλά τον Γκούρωφ δεν τον ένοιαζε, αγκάλιασε σφιχτά την Άννα Σεργκέεβνα και άρχισε να τη φιλάει στο πρόσωπο, στα μάγουλα, στα χέρια.
   - Μα, τι κάνετε, τι κάνετε! είπε εκείνη τρομαγμένη, σπρώχνοντάς τον. Εμείς οι δυο έχουμε τρελαθεί. Φύγετε σήμερα κιόλας, φύγετε τώρα αμέσως... Σας εξορκίζω σ' ό,τι έχετε ιερό, σας εκλιπαρώ... Κάποιοι έρχονται!
   Κάποιος ανέβαινε τη σκάλα.
   - Πρέπει να φύγετε... συνέχισε να ψιθυρίζει η Άννα Σεργκέεβνα. Ακούστε, Ντμίτρι Ντμίτρεβιτς! Θα έρθω στη Μόσχα. Ποτέ δεν ήμουν ευτυχισμένη, τώρα είμαι δυστυχισμένη και ποτέ, ποτέ δε θα γίνω ευτυχισμένη, ποτέ! Μη με κάνετε να υποφέρω πιο πολύ! Ορκίζομαι, θα έρθω στη Μόσχα. Αλλά τώρα πρέπει να χωρίσουμε! Αγαπημένε μου, καλέ μου, ακριβέ μου, ας χωρίσουμε!
   Του ' σφιξε το χέρι και άρχισε να κατεβαίνει γρήγορα, γυρνώντας συνεχώς να τον κοιτάξει, και στα μάτια της φαινόταν ότι, πραγματικά, δεν ήταν ευτυχισμένη... Ο Γκούρωφ στάθηκε για λίγο και, όταν όλα ησύχασαν, βρήκε την κρεμάστρα του, πήρε το παλτό του και έφυγε από το θέατρο.

..............................

   Η Άννα Σεργκέεβνα άρχισε να έρχεται στη Μόσχα για να τον βλέπει. Κάθε δυο-τρεις μήνες έφευγε από την πόλη Σ., προφασιζόμενη ότι πάει να συμβουλευτεί τον καθηγητή για τα γυναικολογικά της -και ο άντρας της την πίστευε και δεν την πίστευε. Φτάνοντας στη Μόσχα, κατέλυε στο ξενοδοχείο "Σλαβική Αγορά" και αμέσως έστελνε στον Γκούρωφ έναν άνθρωπο με κόκκινο σκούφο. Ο Γκούρωφ την επισκεπτόταν, και κανείς στη Μόσχα δεν ήξερε τίποτα γι' αυτό.
   Μια φορά, πήγαινε, ως συνήθως, να τη συναντήσει. Ήταν ένα χειμωνιάτικο πρωί (ο απεσταλμένος είχε έρθει το προηγούμενο βράδυ, αλλά δεν τον βρήκε στο σπίτι). Μαζί του ήταν και η κόρη του, ήθελε να τη συνοδέψει στο γυμνάσιο που τύχαινε να βρίσκεται στο δρόμο του. Έπεφτε χοντρό, υγρό χιόνι.
   - Τώρα έχουμε τρεις βαθμούς πάνω από το μηδέν κι όμως πέφτει χιόνι, έλεγε ο Γκούρωφ στην κόρη του. Αλλά, αυτή η θερμοκρασία υπάρχει μόνο στην επιφάνεια της γης, στα υψηλότερα στρώματα της ατμόσφαιρας έχουμε τελείως διαφορετική θερμοκρασία.
   - Μπαμπά, γιατί το χειμώνα δεν έχουμε βροντές;
   Της το εξήγησε κι αυτό. Μιλούσε και σκεφτόταν ότι να, πηγαίνει σε ραντεβού και δεν το ξέρει κανείς και, πιθανόν, δε θα το μάθει ποτέ κανείς. Είχε τώρα δυο ζωές: μια φανερή, που την έβλεπαν και τη γνώριζαν όλοι όσοι έπρεπε να τη γνωρίζουν, γεμάτη από συμβατική αλήθεια και συμβατικά ψέματα, ίδια με τις ζωές των γνωστών και φίλων του. Και μια άλλη, που κυλούσε μυστικά. Και από κάποια περίεργη συγκυρία, ίσως και τυχαία, όλα όσα ήταν σημαντικά, ενδιαφέροντα και απαραίτητα γι' αυτόν, όλα εκείνα για τα οποία ήταν ειλικρινής και δεν έλεγε ψέματα στον εαυτό του, όλα όσα αποτελούσαν την πεμπτουσία της ζωής του, όλα, γίνονταν κρυφά από τους άλλους. Και τα υπόλοιπα, τα ψεύδη, το κατασκεύασμα πίσω από το οποίο κρυβόταν για να μην αποκαλύψει την αλήθεια, όπως για παράδειγμα η υπηρεσία του στην τράπεζα, οι συζητήσεις στη λέσχη, η "κατώτερη ράτσα" του, οι εμφανίσεις με τη γυναίκα του στις επετείους -όλα αυτά ήταν φανερά. Και έκρινε και τους άλλους με γνώμονα τη δική του ζωή: δεν πίστευε αυτό που έβλεπε, και πάντα υποψιαζόταν ότι ο καθένας κάτω από το μυστικό πέπλο, κάτω από το πέπλο της νύχτας, έκρυβε την αληθινή του, την πιο ενδιαφέρουσα ζωή. Κάθε ύπαρξη συνδέεται με κάτι μυστικό, και, ίσως, εν μέρει γι' αυτό κάθε πολιτισμένος άνθρωπος αγωνιά να διασφαλίσει τα προσωπικά του μυστικά.
   Αφού συνόδεψε την κόρη του στο γυμνάσιο, ο Γκούρωφ πήγε στη "Σλαβική Αγορά". Έβγαλε τη γούνα του κάτω, ανέβηκε τη σκάλα και χτύπησε σιγανά την πόρτα. Η Άννα Σεργκέεβνα, ντυμένη με το αγαπημένο του γκρίζο φόρεμα, κουρασμένη από το ταξίδι και την αναμονή, τον περίμενε από το προηγούμενο βράδυ. Ήταν χλωμή, τον κοίταξε χωρίς να χαμογελάσει και, μόλις μπήκε, ρίχτηκε στην αγκαλιά του. Το φιλί τους ήταν ατέλειωτο, σαν να είχαν να ιδωθούν χρόνια.
   - Λοιπόν, πώς περνάς εκεί; ρώτησε εκείνος. Τι νέα;
   - Στάσου, θα σου πω ... Δεν μπορώ.
   Δεν μπορούσε να μιλήσει, γιατί έκλαιγε. Του γύρισε την πλάτη κι έφερε το μαντίλι της στα μάτια.
   "Ας κλάψει λίγο, εν τω μεταξύ εγώ θα καθίσω", σκέφτηκε εκείνος και κάθισε στην πολυθρόνα.
   Ύστερα χτύπησε το κουδούνι και είπε να του φέρουν τσάι. Όση ώρα έπινε το τσάι του, εκείνη στεκόταν όρθια, κοιτώντας προς το παράθυρο... Έκλαιγε από συγκίνηση, από τη θλιβερή διαπίστωση ότι η ζωή τους είχε διαμορφωθεί με τόσο λυπηρό τρόπο. Βλέπονταν μόνο μυστικά, κρύβονταν από τους ανθρώπους σαν να ήταν κλέφτες! Η ζωή τους είχε καταστραφεί.
   - Φτάνει, σώπασε πια! της είπε.
   Για εκείνον ήταν ολοφάνερο ότι η αγάπη τους είχε ακόμα πολύ δρόμο μέχρι να τελειώσει -άγνωστο πότε θα τελείωνε. Η Άννα Σεργκέεβνα δενόταν μαζί του όλο και περισσότερο, τον λάτρευε, και θα ήταν αδιανόητο να της πει ότι όλα αυτά μπορεί να τελειώσουν κάποτε. Και ούτε που θα μπορούσε να το πιστέψει.
  Την πλησίασε και την έπιασε από τους ώμους, να τη χαϊδέψει, να αστειευτεί. Κι εκείνη τη στιγμή είδε τον εαυτό του στον καθρέφτη.
   Τα μαλλιά του είχαν αρχίσει να γκριζάρουν. Και του φάνηκε παράξενο που γέρασε τόσο πολύ τα τελευταία χρόνια, που ασχήμυνε τόσο. Οι ώμοι που ακουμπούσαν τα χέρια του ήταν ζεστοί και έτρεμαν. Ένιωσε συμπόνια γι' αυτή τη ζωή που ήταν ακόμα τόσο θερμή και όμορφη, αλλά, πιθανόν, βρισκόταν κι εκείνη κοντά στο να αρχίσει να θαμπώνει και να μαραίνεται όπως η δική του. Για ποιο λόγο να τον αγαπάει τόσο; Οι γυναίκες πάντα τον έβλεπαν αλλιώς απ' ό,τι ήταν, και αγαπούσαν σ' αυτόν, όχι τόσο τον ίδιο, αλλά τον άνθρωπο που έπλαθε η φαντασία τους, τον οποίο αναζητούσαν με αγωνία στη ζωή τους. Και μετά, όταν ανακάλυπταν το λάθος τους, πάλι τον αγαπούσαν. Και καμία τους δεν ήταν ευτυχισμένη μαζί του. Ο καιρός περνούσε, εκείνος έκανε γνωριμίες, δημιουργούσε δεσμούς, χώριζε, μα ούτε μια φορά δεν είχε αγαπήσει. Ένιωθε ό,τι μπορεί να φανταστεί κανείς, εκτός από αγάπη.
   Και μόνο τώρα που άσπριζαν τα μαλλιά του, τώρα αγάπησε όπως πρέπει, αληθινά -για πρώτη φορά στη ζωή του.
  Η Άννα Σεργκέεβνα κι εκείνος αγαπούσαν ο ένας τον άλλο, όπως αγαπιούνται πολύ οικεία, συγγενικά πρόσωπα, όπως τα αντρόγυνα, όπως οι στενοί φίλοι. Πίστευαν ότι η μοίρα τούς προόριζε τον ένα για τον άλλον, και ήταν αδιανόητο να είναι παντρεμένοι με άλλους. Σαν να ήταν δύο αποδημητικά πουλιά, αρσενικό και θηλυκό, που τα έπιασαν και τ' ανάγκασαν να ζουν σε χωριστά κλουβιά. Συγχωρούσαν ο ένας τον άλλον για όλα όσα τους έκαναν να ντρέπονται από το παρελθόν τους, συγχωρούσαν τα πάντα στο παρόν. Και ένιωθαν ότι αυτή η αγάπη τούς είχε αλλάξει και τους δύο.
   Παλιά, σε στιγμές θλίψης, ο Γκούρωφ παρηγορούσε τον εαυτό του με οποιεσδήποτε σκέψεις τού περνούσαν από το μυαλό. Τώρα δεν είχε καιρό για σκέψεις, ένιωθε μια βαθιά συμπόνια, ήθελε να είναι ειλικρινής, τρυφερός...
   - Φτάνει, καλή μου, έλεγε, έκλαψες - φτάνει... Ας μιλήσουμε τώρα, ας σκεφτούμε κάτι.
   Ύστερα μίλησαν για πολλή ώρα, έκαναν σχέδια πώς να απαλλαγούν από την ανάγκη να κρύβονται, να ζουν σε διαφορετικές πόλεις, να μην βλέπονται για καιρό. Πώς μπορούσαν να ελευθερωθούν απ' αυτά τα απαίσια δεσμά;
   - Πώς; Πώς; αναρωτιόταν εκείνος, πιάνοντας το κεφάλι του. Πώς;
   Και φαινόταν ότι λίγο ακόμα, και η λύση θα βρεθεί, και τότε θα αρχίσει μια καινούργια καταπληκτική ζωή. Και ήταν ολοφάνερο και για τους δυο ότι το τέλος ήταν ακόμα μακριά, πολύ μακριά, και ότι το πιο πολύπλοκο, το πιο δύσκολο μόλις άρχιζε...
(1899)


(μτφ. Ολέγ Τσυμπένκο, Μζία Εμπραλίτζε)

Δεν υπάρχουν σχόλια: