Πέμπτη, 24 Ιανουαρίου 2013

Λίνα Νικολακοπούλου: Ο ορίζοντάς μου ήταν πάντα ανοιχτός




* Η συνάντηση με τον Σταμάτη στην Πάντειο ήταν μοιραία. Ήμουν πάρα πολύ “ήσυχη” μαζί του. ο άνθρωπος αυτός καταλάβαινε τι έλεγα και αυτό με γέμιζε ευτυχία. Επιτέλους είχα βρει κάποιον με τον οποίo μπορούσα να συνεννοηθώ απλά.
*Θυμάμαι ότι όπου βρισκόμουν τραγουδούσα. Είχα και ένα ραδιοφωνάκι που το είχα δέσει με σύρμα στο ποδήλατό μου κι έτσι γύριζα τα Μέθανα, όπου και έμεινα μέχρι την τρίτη δημοτικού. Μου έκανε συντροφιά εκεί δίπλα στη θάλασσα, μέσα στην απόλυτη ησυχία. Απολάμβανα αυτό που μου συνέβαινε, αυτή τη σχέση μου με τη φύση. Το γεγονός ότι είχα βρεθεί εκεί από την Αθήνα μου είχε χαρίσει και τις δύο εικόνες, οπότε το να ονειρεύομαι κάτι άλλο δεν χρειαζόταν. Είχα και την πόλη και την φύση μέσα μου. Από εκείνη την παιδική ηλικία πήρα τα στοιχεία που δεν με εμπόδισαν ποτέ μετά να πάω παντού. Και να μπορώ να κατανοώ όλες τις ζωές. Στην παιδική μου ηλικία είχα ήδη πάρει τις αφορμές για όλη την κατοπινή μου στάση ζωής. Σε αυτήν χρωστάω τις δύο μου πλευρές
* Η πιο ωραία εικόνα εκεί στα Μέθανα: Το τελευταίο καράβι που έφευγε από τον Πόρο για τον Πειραιά. Το πέρασμά του. Ήταν n μαγικότερη στιγμή της ημέρας. Μετά το σφύριγμά του ένιωθα ότι τελειώνουν όλα. Η επικοινωνία τελείωνε. Ήξερα ότι η μαγεία τελείωνε, ότι είναι ένα πράγμα που δεν διαρκεί. Το καράβι έχει φύγει κι εσύ έχεις μείνει πίσω. Και όταν υπάρχει μεγάλος ορίζοντας κρατάει ώρα ο αποχωρισμός. Αυτό με μαρκάρησε. Και σε αυτήν την εικόνα χρωστάω το στίχο «την ώρα που σιδέρωνε, της ήρθε πως ξημέρωνε και σφύριζε καράβι» από το «Σίδερο». Μετά τόσα χρόνια, τώρα αποτύπωσα αυτό το συναίσθημα…
* Από μικρή ήθελα να απολαμβάνω αυτό που ζω, ήθελα να είμαι κοντά σε ό,τι έλεγε η καρδιά και το μυαλό μου. Είναι καταπληκτικό όμως πώς αυτό το παιδί που θυμάμαι εγώ, που ήταν όλη μέρα έξω στο δρόμο, στις γιορτές, στα μαζικά γεγονότα, μέσα στους ανθρώπους, τις καλημέρες, τις χαρές και τα ρέστα στα 13 του έγινε το αντίθετο! Σαν αυτή η ανάγκη να γυρίζω έξω να γύρισε σε ψάξιμο μέσα μου. Και τότε ξεκίνησα να διαβάζω παρά πολύ. Ξεκίνησα με τον Καζαντζάκη -από την «Ασκητική» και το «Ταξιδεύοντας»- και μετά με μια καταπληκτική ευκολία πέρασα στους υπερρεαλιστές.
* Δεν είχα ανασφάλειες γιατί κανένας δεν έμπαινε σε τέτοιο κόπο ώστε να μου τις δημιουργήσει. Νομίζω απλά ότι αυτή την αρχοντική στάση την είχα από πάντα. Ο ορίζοντάς μου ήταν πάντα ανοιχτός, τα πράγματα τα έβλεπα από εμένα και μπροστά και αυτή η κλίμακα πρέπει να έχει τη ρίζα της στα παιδικά μου χρόνια. Τότε που ήθελα να τα βλέπω όλα ανοιχτά μπροστά μου.
* …δεν ήθελα να προκαλέσω ποτέ μάχες, απλά όταν συνέβαιναν δεν υποχωρούσα. Η πρώτη, πάντως, μάχη που θυμάμαι ήταν όταν έκανα την άρρωστη και δεν πήγα να δώσω εξετάσεις για να μπω στην τράπεζα. Αυτή ήταν η πρώτη ουσιαστική πράξη μου ενάντια σε μια άλλη απόφαση. Πάντα, όμως, είχα έντονη μέσα μου τη διεκδίκηση του δίκαιου. Μπορούσα να δώσω και να φάω ξύλο γι αυτό.
* Δεν το κατάλαβα πώς άρχισα να γράφω. Ήταν ένα δώρο αυτό για μένα, ένα δώρο που αναγνωρίστηκε σαν δικαίωμα από τους γονείς μου. Μονάχα η μητέρα μου είχε αγωνία για το πώς θα αντέξω τη σκληράδα των πραγμάτων, αυτού του αγώνα. Βέβαια, όσο ήμουν στον κόσμο μου, ήταν όλα εντάξει. Αν και εκεί μέσα ήταν οδυνηρά τα πράγματα γιατί αυτά που έγραφα με πόναγαν.
* …η διαδικασία για να αποδώσει καρπούς, για να αξιωθείς να πάρεις την υγρασία από τα μάτια του άλλου, να τον αγγίξεις, προϋποθέτει τη σταύρωσή σου. Όπως όταν έγραφα το “Μαμά γερνάω”. Καθόμουν εδώ στο καθιστικό και μέσα κοιμόταν ο Σταμάτης. Μόλις είχαμε γυρίσει μεθυσμένοι. Είχα γράψει το πρώτο κουπλέ και έψαχνα το δεύτερο. Έφερνα, λοιπόν, στο μυαλό μου όλες εκείνες τις στιγμές που με είχαν πονέσει. Όμως το ακριβό ραντάρ μέσα μου, σαν τη ζυγαριά των κοσμηματοπωλών, ήξερε και περίμενε το αληθινό διαμάντι του πόνου. Κι εγώ έψαχνα, έψαχνα, έψαχνα, μέχρι που αυτό που έβγαλα από το βάθος δεν το άντεξα. Και είπα «αυτό είναι, λοιπόν. Αυτό πρέπει να πω. Αυτό που δεν αντέχω». Αν νομίζει κανείς ότι μπορεί να αναδυθεί κάτι χωρίς έκρηξη ή χωρίς θάνατο κάποιου άλλου πράγματος, κάνει λάθος. Πρέπει κάτι να δώσεις χωρίς τσιγκουνιά, για να βγει στο φως… Κάτι πρέπει να κάψεις…
* Πάντα έμπαινα στη δίνη τoυ έρωτα, αλλά είχα και το νου μου. Πρέπει να έχει κανείς εμπιστοσύνη ότι αυτό είναι ένα κεφάλαιο σπουδαίο. Αλλά ΕΝΑ. Βλέπω την κούραση των ανθρώπων όταν διαδέχεται ο ένας έρωτας τον άλλο, χωρίς αυτοί οι έρωτες να είναι όλοι αληθινοί. Όταν βλέπεις το σενάριο να επαναλαμβάνεται πρέπει να αναρωτηθείς μήπως είσαι σε λάθος κινηματογραφική αίθουσα με λάθος συμπρωταγωνιστές σε λάθος διανομή. Και τότε να αναζητήσεις μέσα σου τι συμβαίνει. Δεν πρέπει να περιμένουμε τα πάντα από αυτήν την κατάσταση. Και όταν κάτι τελειώνει, πρέπει να έχουμε τn δύναμn ν’ αγαπήσουμε αυτό που ζήσαμε μαζί, αυτό που καταλάβαμε για τους εαυτούς μας. Να πάμε κάπου αλλού χωρίς σκοτωμούς… Γιατί, ναι, σίγουρα πάμε κάπου. Ξεκινάμε ένα ταξίδι σαν να δίνουμε όρεξη στον εαυτό μας να παρακολουθήσει ξανά ένα άλλο σχολείο, να αισθανθούμε τnv ανάγκn να πληροφορnθούμε και άλλα πράγματα. Και να συναντnθούμε με τον αληθινό χρόνο. Με τη στιγμή εκείνη που ανακαλύπτουμε το κομμάτι το οποίο θα συμπλnρώσει το παζλ που μπορεί να φτιάχνω όλn την υπόλοιπη περίοδο ζωής.
* …Η καθnμερινότητα ποτέ δεν έπαψε να είναι για μένα αφορμή για έμπνευση. Με συγκινεί το γεγονός ότι δεν σταμάτnσα ποτέ να την αντέχω και να θέλω να τnς δώσω τιμή. Με συγκλονίζει το χαμόγελο που βγαίνει σε έναν άνθρωπο μετά την επίγνωση της δυσκολίας σ’ αυτή τη ζωή, φέροντας εκείνο το κρυμμένο τραύμα που έλεγα στη «Σωτnρία τnς Ψυχής» και οι άλλοι έλεγαν ότι δεν καταλάβαιναν. Συγκλονίζομαι με τους απλούς ανθρώπους και τα μεγάλα έργα τους. Όπως και με τους μεγάλους ανθρώπους όταν τους βλέπεις να είναι εργάτες σ’ αυτό που κάνουν. Όταν είναι έτοιμοι να σε ακούσουν με σοβαρότητα, να σε διδάξουν, είναι παρόντες χωρίς ρόλους.
* Παλιότερα γινόμουν απόμακρη και περίμενα από τον άλλο να με πλησιάσει ζητώντας μου εξηγήσεις, λόγους. Τώρα πια ξέρω ότι δεν χρειάζονται δραματικά πράγματα. Απλά όταν νιώθεις πως θέλεις να ψάξεις κάτι διαφορετικό, πρέπει να το κάνεις κι ας μη σε ακολουθήσουν οι άλλοι. Δεν σημαίνει ότι δεν σε αγαπούν. Είμαι με επίγνωση του τι σημαίνει φιλία και ξέρω ότι η μεγαλύτερη δημιουργία που κάναμε με τους συνεργάτες μου είναι η φιλία μας. Όπως ξέρω ότι υπάρχουν σχέσεις που τελειώνουν για να τελειώσουν και άλλες που τελειώνουν για να επαναπροσδιοριστούν.
* Δουλεύω τον εαυτό μου για να ενωθώ με τους άλλους και να προχωρήσω. Λοιπόν, αυτή είναι η πιο πολύτιμη στιγμή της από ‘δω και πέρα ζωής μου και δεν σταματάω μπροστά σε τίποτα. Η φράση με την οποία εννοώ τον εαυτό μου και τη ζωή μου από ‘δω και πέρα είναι μία: “Mε τον εχθρό παλεύω”. Δεν του κλείνω την πόρτα γιατί, ενώ τον βλέπω να με απειλεί, βρίσκω το κουράγιο και τη δύναμη να παραδεχτώ ότι έχει πίσω τόσα κρυφά και σκοτεινά πράγματα που κατ’ αυτόν έχει δίκιο. Και το εχθρός είναι μέσα σε εισαγωγικά. Δεν έχει σημασία αν είναι ιδέα, αν είναι άνθρωπος, αν είναι άλλο κράτος, αν είναι ο μισός μου εαυτός που μου εναντιώνεται. Σημασία έχει να μην αφήνω όλα αυτά πια να με πανικοβάλλουν. Τώρα αισθάνομαι πιο ώριμη και πιο ήσυχη’ είμαι πιο ανοιχτή με τους ανθρώπους.
                                                                                              Λίνα Νικολακοπούλου





* Το κείμενο είναι αποσπάσματα από συνέντευξη που παραχώρησε
η Λίνα Νικολακοπούλου στην Κρυσταλία Πατούλη και τον
Λουκά Καρνή για το περιοδικό DNA – τ.1, Δεκ.1997

Δεν υπάρχουν σχόλια: