Παρασκευή, 10 Φεβρουαρίου 2012

Ν. Γ. Δαββετας. Οι εραστες της Οστριας

Ονειρο χηρας.

Στον υπνο της λιγο πριν ξυπνησει
ψηνει καφε για δυο.

Ειδωλα της νυχτας.

Κλεισε τα ποδια να χαρεις
μ' ενα κατοσταρικο δεν λιγοστευει η νυχτα
η μοναξια στοιχιζει ακριβοτερα.

Τα ματια σου ειναι ωραια
μονο οταν με βλεπουνε.

Διποδο καταστημα της παραλιας
αναψες τις ξενογλωσσες επιγραφες σου
και διανυκτερευεις.

Στα αθεατα μερη της ζωης μου
το καλοκαιρι συνεχιζεται.

Ειμαι ενα φθινοπωριατικο δεντρο
γδυνομαι τα φυλλα μου
και σε προσμενω
Εισαι ο Χειμωνας.

Κι αν ξενιτευθηκα σε αυτη την πολη
ειναι γιατι χρωστω στον εαυτο μου
εναν καλυτερο θανατο.

Β

Τι χρωμα εχει ο θανατος
κανεις δεν ξερει
κι ομως πολλοι νεκροι
ανακαλυψαν στο σακακι τους
μια ξανθια τριχα.


Το Ροδι που Εσπασε.


Μες στην μεσημεριατικη αχλυ
το ονομα σου τοπιο αντικατοπτρισμου

ενα πανι στον οριζοντα σαν δοντι αλογου,

μεσογειακο σκηνικο. Τα παλτα μας στρωμενα απο
 παλιο καρναγιο
τα νυχια σου οργωναν την πλατη μου
απ' τους πιο βαθειους κρατηρες των κορμιων αναβλυζε
 η λαβα μας
χαμενοι για παντα στο ξυλινο στομαχι
ενος θαλασσιου κητους.

Ο ερωτας δυσκολευει τη μετασταση του θανατου
το παθος ομως δεν εξαγοραζει τον χρονο,
η μοναξια της εκσπερματωσης
και το προφυλακτικο αναμεσα στις τσουκνιδες
σαν ενα δαχτυλο κομμενο
σταζοντας λευκο αιμα.

Το κορμι σου εγινε ενα καραβι στοιχειωμενο
που ακουω τις σειρηνες του στον υπνο μου
πετιεμαι μουσκεμα στον ιδρωτα
πριν η καρινα του κοψει στα δυο το κρεβατι
κι απομεινω με τα λευκα σεντονια
να κολυπμω στη μεση της νυχτας.

Δεν υπάρχουν σχόλια: