Τετάρτη, 31 Οκτωβρίου 2012

Γιάννης Στίγκας, "Η όραση θ' αρχίσει ξανά"




Ο Γιάννης Στίγκας γράφει για χαρτί λευκό ή και κόκκινο


Πέρασαν εξηνταπέντε χρόνια από τότε που ο Ρομπέρ Ντεσνός έσβηνε ψελλίζοντας στίχους στο στρατόπεδο συγκέντρωσης Τερεζίν. Αυτή θα πρέπει να ήταν η προσευχή του. Κι επειδή οι προσευχές -ως γνωστόν- δεν χωράνε στην ανθρώπινη ιστορία, οι στίχοι δεν έχουν σωθεί. Δεν ξέρω να σας πω τι έλεγε ο Ντεσνός, εκείνο που ξέρω είναι ότι οι στίχοι του ήταν εκθαμβωτικά όμορφοι. Όμορφοι, με τον τρόπο που λέει ο Γιάννης, που ήξερε να χωράει επτά ωδές σ' ένα αηδόνι και το αντίστροφο.

Περάσαν σαρανταέξι χρόνια από τότε που ο Ιωσήφ Μπρόντσκι σε μια δίκη - παρωδία, σταλινικού τύπου, καταδικάστηκε ακριβώς επειδή ήταν ποιητής. Μετά την ανακοίνωση της απόφασης, όπου τον έστελναν στου διαόλου τη μάνα (ή αλλίως Σιβηρία) στο ξυλιασμένο Αρχαγγέλσκ, ο Μπρόντσκι έκανε το  σπουδαιότερο -για μένα- ποίημα του. Το παραθέτω ατόφιο.

Δικαστής: Έχετε ερωτήσεις;
Μπρόντσκι: Ναι, θα ήθελα χαρτί και μολύβι για να γράφω στο κελί μου.

Δεν ζήτησε χάρη ή επιείκεια, δεν ζήτησε καν εκδίκηση. Ζήτησε χαρτί για να γράφει. Δεν ξέρω αν του το έδωσαν τελικά, δεν ξέρω αν έμεινε λευκό ή όχι. Εκείνο που ξέρω είναι πως τέτοια χαρτιά ή λευκά μένουν ή γίνονται κόκκινα. Εκείνο που ξέρω είναι πως τέτοια χαρτιά είναι εκθαμβωτικά όμορφα, όχι με όρους αισθητικούς, αλλά γιατί είναι η αρχή του τρομερού, που λέει κι ο παλιός καλός μας σημαιοφόρος.

Αν δεν σας μύρισε αίμα μέχρι στιγμής τότε κάποιος απ' τους δυο μας ψεύδεται ή λαθεύει. Γιατί η ποίηση - όσο κι αν κάποιοι το επιθυμούν - δεν θα είναι ποτέ αναίμακτη. Θέλει όλο σου το αίμα, ειδάλλως δεν γίνεται. Προσωπικά, έχω κουραστεί να διαβάζω στίχους κούφιους, δίχως εκπρόσωπο. Ποίηση διαβάζω όχι για τις ωραίες λέξεις (οι λέξεις από μόνες τους δεν είναι ούτε ωραίες ούτε άσχημες, είναι α-διάφορες) αλλά για να βρώ μια ψυχή πίσω απ' τις λέξεις που τις κάνει να λάμπουν, μια ψυχή να τις μεγαλύνει. Αλλιώς καγχάζει το κενό κι ούτε απ' τα δόντια του δεν μπορούμε να κρατηθούμε. Εάν τώρα σας έρχεται στο μυαλό η λέξη πτώση, τότε καλά κάνετε. Και για να αντισταθώ στην όποια γοητεία της, σκέφτομαι ότι μια πτώση σαν κι αυτή δεν μπορεί ποτέ να είναι ελεύθερη. Αφήστε τους φυσικούς να λένε. Αν δεν κραυγάζαμε πέφτοντας θα ακούγαμε τις αλυσίδες να κροταλίζουν. Η πιο τυφλή η βαρύτητα. Κι η πιο βαρειά η δειλία. Η δική μας δειλία.

Τα γράφω όλα αυτά γιατί φτάσαμε πια στο εξής βάραθρο: μια τέχνη φτιαγμένη απ' τον άνθρωπο αλλά δίχως τον άνθρωπο. Είναι εκείνο το σημείο που παύει η παρηγορία της, η παραμυθία της, το "έτσι" της το εγχέμαχο, παύει η ίδια η ποίηση. Εδώ ακριβώς οφείλουμε να αντισταθούμε. Αν θέλουμε την ποίηση ως θρυαλλίδα της ύπαρξης, αν θέλουμε λίγο φεγγάρι στις πράξεις μας, εάν αντί φτερούγας, εάν τον ουρανό δικό μας. Να τον θέλουμε και να τον έχουμε. Δικαιωματικά. Ως Άνθρωποι.

Πέρασαν σαράντα χρόνια από τότε που ο Μάριος Χάκκας έγραφε: τώρα που ξέρω πως δεν κερδίζονται οι άνθρωποι ή έστω κι ένα κορίτσι με σκέτες λέξεις, πάρα μόνο με αίμα. Τώρα που καταλαβαίνω πως δεν γίνεται να φτάσεις στο ποίημα από διαβάσματα και μόνο, σ' ένα κάποιο επίτευγμα, με χαμομήλια. Ασ' τους να νομίζουν αυτοί που μάτωσαν στις παρωνυχίδες μονάχα και βγάζουν κραυγές: "Ωχ, ωχ! Αιμορραγώ σ' όλο το σώμα". Κάλπες, αφού πρόκειται για τον δείχτη του αριστερού σας χεριού. Ποιο όλο το σώμα σας;

Α, πέρασαν κιόλας σαρανταπέντε λεπτά απ' όταν διάβασα τους εξής στίχους:

Άγγελος ήμουνα
και άγγελος σε περίμενα

Γιάννης Ρηγόπουλος

Δώσε ρε λίγο το χέρι
ή τράβα πιο κει

Αντρέας Κατσικούδης

Λοιπόν;


         ---          ---            ---           ---                 ---            ---           ---               ---


Αυτό κουρδίζει μόνο του

 Τόσο πολλά γρανάζια
που δεν θα βρω ποτέ
πώς μάτωσε η Άνοιξη
                                  και φτύνω
το παιδικό μου πράσινο
το τελευταίο κουμπί του ονείρου


Γυμνά τα πράγματα
                        συμβαίνουν γρηγορότερα
με το που κάνεις την αρχή
                        σ' οσμίζεται το τέλος


είναι μια μαύρη λιτανεία η Άνοιξη
και με κλοτσάει να γίνω


ολόκληρη η δίψα μου


-κι ας πουν ότι πρόκειται για παρένδυση-


Δεν θέλω πια να με λένε Γιάννη


                  θέλω δυο δράμια
                   κάτασπρη τύχη
                                           ας είναι έστω

                                                                και κάθε Τετάρτη

 --- ---

Είμαι τόσο πρόθυμος για συντέλεια
ώσπου να γράψω «λουλούδι»
έχω χάσει δυο πέταλα.

 ---   ---

Τη φωνή μου, ρε
κι ας μην έχω να φάω

 ---    ---  

Ωραία που το διάβασες το ποίημα
με προσοχή και αστική συγκίνηση

 ---         ---

Κι άμα πηδάω κάθε νύχτα
από την κορυφή της λύπης μου
δεν είναι από συνήθεια
είναι γιατί
η αλήθεια, κύριοι,
προϋποθέτει ύψος

 ---      ---

Κι όταν με το καλό
πατήσεις πάνω στην αγάπη
να ξέρεις πως κερδίζεις δίκαιο σύννεφο
δεν είναι λίγο
που θα σε κοιτά στα μάτια
όταν σε πνίγει
κι όλα θα γίνουν με σωστή ταχύτητα
θα δεις
ούτε που θ’ ακουστεί
ο κρότος που θα κάνει το γαμώτο

  ---    ---

Μπορώ να σας μιλήσω απλά
μπορώ και με βελόνες

 ---   ---

Εδώ που φτάσαμε
λιγνεύει ο αέρας
Πρέπει να μάθεις να αναπνέεις
όπως το ποίημα
ειδάλλως γύρνα πίσω
και μη γελάς
αυτή η γειτνίαση με το τίποτα
θα μας φάει

   --- ---

...ο χρόνος
Είναι ποδηλάτης της καρδιάς
-όποτε κάνει ξαστεριά
Ακούω τα πετάλια

  ---   ---

είναι φοβερό
να μιλάς για το μαρτύριο της σταγόνας
και να φαντάζονται
ένα απλό κλιματιστικό.

 ---    --

Ποιος πούστης άγγελος
Μου δώσε τρύπιο φλασκί
Και δεν έχω μια σταλιά μελωδία

  --- ---

Ποίησις είναι η κορυφή του παγόβουνου
και από κάτω
πανστρατιά οι βλασφήμιες

   ---   ---

Τόσες φορές δεκαδικός
Το ριζικό μου
Και πώς στο διάολο
Μου βγαίνει το ποίημα ακέραιο

   ---  ---

Άμα πεινάει το θαύμα
λάμπουνε και τα ψέματα
για να με ξαναβρείς
στο χρόνο μπρούμυτα

παίζει κι εκείνος με τα σύρματα

αρέσουν και στους δυο μας

 ---
Δεν τρέμουν πια τα χέρια μου
κι αυτό να σας τρομάζει


ΠΡΟΦΗΤΕΙA ΠOY ΧΑΙΡΕΤΑΙ ΤΟΥΣ ΑΦΡΟΥΣ ΤΗΣ

Τη φωνή μου ρε
κι ας μην έχω να φάω

γιατί είναι ωραία η παλινδρόμηση των σωμάτων
(από τον ενικό στον πληθυντικό τους
κι αντίστροφα)

ωραίο το γεφύρωμα των πνοών
(σαθρό ή στέρεο - αδιάφορο τι -
διπλά ωραίο για την αδιαφορία του)

ωραίο αίνιγμα τα λουλούδια

Αλλά θα ερθουν καιροί
με στυφά δευτερόλεπτα
να ερημώσουν την όραση
να την κάνουνε Σιβηρία

Αυτά, για όσους ταξιδεύουνε προς το θέρος

Οι υπόλοιποι, θα την πάθουμε αλλιώς

Μια μέρα
κάποιος θα βρει ένα ξέφτι στον ουρανό
θα το τραβήξει και

θα πέσουν όλα τα ποδήλατα των αγγέλων

όλα

το εννοώ


Ι.

Επειδή

δεν μπόρεσα να πνίξω τον ουρανό

– τόσο γαλάζιο που στο τέλος ελπίζεις –

ένας άγγελος

μου ψιθυρίζει τρυφερά

χτίσε με

σ’ ετούτες τις πέτρες

     ---         ---           ---            ---              ---

Γιάννης Στίγκας γεννήθηκε στην Αθήνα το 1977. Σπούδασε ιατρική. Το 2004 κυκλοφόρησε η πρώτη του ποιητική συλλογή με τίτλο «Η αλητεία του αίματος». Θα ακολουθήσουν οι συλλογές: «Η όραση θα αρχίσει ξανά» από τις εκδόσεις Κέδρος και από τις ίδιες εκδόσεις η τρίτη του συλλογή με τίτλο «Ισόπαλο τραύμα». Έχει συνεργαστεί με διάφορα περιοδικά. ποιήματά του έχουν μεταφραστεί στα αγγλικά, τα γαλλικά, τα γερμανικά, τα βουλγαρικά και τα σέρβικα.
Από τις νεώτερες ποιητικές φωνές, η ποίηση του Γιάννη Στίγκα μοιάζει ίσως η σημαντικότερη. Στα πρώτα του βιβλία, την «Αλητεία του αίματος» και το «Η όραση θα αρχίσει ξανά», ο Γιάννης Στίγκας εκφράζει μια επιθυμία και μια απαίτηση ο κόσμος να αναγνωστεί από την αρχή. Η όραση πρέπει να επανεφευρεθεί. Η θέαση γίνεται κατάσταση και αγωνία σχεδόν κεντρική. Η ανάσα μπλέκεται με τη φωνή, οι λέξεις με τις εκπνοές και τις εισπνοές. ο λόγος των ποιημάτων δεν είναι προφορικός, αλλά ντυμένος προφορικότητα κατασκευάζει μια γλώσσα προσωπική και καινούργια. Το σώμα του ποιητή και του ποιήματος ταυτίζονται και γίνονται άξονας της νέας αυτής θέασης, της επιθυμίας προς το θαύμα.
Στην ποίηση του Στίγκα, η βία ή καλύτερα η βιαιότητα αναπνέει σχεδόν σαν αρετή και σαν αναγκαιότητα. Ο ποιητής εξεγείρεται απέναντι σε έναν κόσμο που του παραχωρεί το χρόνο σακάτη, στέλνει τους αγγέλους να τρώνε από τα σκουπίδια και γεμίζει πάνθηρες την πόλη. «Αυτός ο κόσμος/ είναι η πιο σπλαχνική μορφή του ποτέ» γράφει. Μετρά και διεκδικεί τα μεγέθη, τις επιλογές, τις στιγμές. Η επιθετική ανάταση συχνά συναντά την εξομολόγηση και τον προσωπικό χαμηλόφωνο τόνο. Οι εικόνες συχνά αιχμηρές και κοφτές, σαν τον ρυθμό του στίχου, υπερασπίζονται και αυτές την ποιητική στράτευση απέναντι στον κόσμο. Ο ίδιος ο ποιητής περιγράφει: «Δεν τρέμουν πια τα χέρια μου και αυτό να σας τρομάζει». Και αλλού: «Ποίησις είναι η κορυφή του Παγόβουνου/ και από κάτω πανστρατιά οι βλαστήμιες».

Το τραύμα της ζωής

Στην τρίτη του συλλογή, «Το ισόπαλο τραύμα», το σύμπαν μετατρέπεται στον κόσμο που δημιούργησε τον ποιητή, ορίζοντας ως πρωταγωνιστές τους ομότεχνους που τον συγκρότησαν. Από τον Ρεμπό και τον Λοτρεαμόν, μέχρι τον Καρούζο και την Τζένη Μαστοράκη. Η επιλογή και η σχέση είναι καταρχάς αγαπητική. Ο ποιητής δεν επιλέγει με το σκονισμένο τρόπο του βιβλιοθηκάριου των στίχων, του φιλολόγου ή του γυαλάκια του μέλλοντος. Μόνη αυθεντία στην επιλογή του είναι το ίδιο του το βίωμα. Ο ποιητής λοιπόν, δεν διαβάζει αλλά βιώνει τους ποιητές. Τα ποιήματα δεν αποτελούν απλά αναφορές αλλά ενσαρκώσεις της επίδρασης και συντροφική εμπειρία.
Οι δύο λέξεις του τίτλου ορίζουν τους άξονες τόσο της δημιουργίας και της αρχιτεκτονικής του βιβλίου, όσο και της ανάγνωσης και της κατανόησής του. Για ποιο τραύμα και για ποια ισοπαλία μιλάμε; Στο αρχικό μότο, ο ποιητής μας περιγράφει τη φύση του τραύματος. «Όσο και αν πλύνεις την πληγή/ θα σου γραφτεί από μέσα». Η κατάσταση που περιγράφεται είναι μια συνθήκη αναπόφευκτη και μια αναπόδραστη σχέση. Η πληγή της ποίησης, η πληγή του βιώματος. Ο κάθε ποιητής υπάρχει ως ένας διάδρομος προς το τραύμα, μια συμπυκνωμένη αντικατάσταση που αποκρύβει και ταυτόχρονα εμπεριέχει. Η παρουσία των ποιητών αποτελεί μια πρόφαση ώστε να περιγραφεί η εμπειρία του ίδιου του ποιητή, ταυτόχρονα με τη βιογραφική στιγμή των συνδαιτυμόνων του. Ο Στίγκας άλλες φορές περιορίζεται να σχολιάζει ή να περιγράφει ακόμα και ολιγόστιχα, όπως π.χ. στο «Καρποφορία σχεδόν αβάσταχτη» ένα ποίημα για τον Γιάννη Ρίτσο: «Πότε θά ‘ρθεις να πάρεις το φωτοστέφανο/ το σπίτι έχει πλαντάξει στα μήλα». Άλλες φορές δραματουργεί το ποίημα με τον αναφερόμενο ποιητή να δρα και να συμμετέχει ακόμα και να παλεύει με τον συγγραφέα όπως στο ποίημα για τον Τάσο Λειβαδίτη, όπου το μαχαίρι καρφώνεται μέσα στον ύπνο.
Αλλά, αλήθεια, σε ποιόν αναφέρεται η ισοπαλία; Το υποκείμενο της συλλογής είναι ταυτόχρονα ποιητής αλλά και αναγνώστης. Με αυτή την ιδιομορφία, ο Στίγκας καταφέρνει όχι μόνο να αποκτήσει μια νέα σχέση με το δικό του αναγνώστη, αλλά να ορίσει και μια πρόταση ανάγνωσης του ίδιου του του βιβλίου, του «Ισόπαλου τραύματος», και κατ’ επέκταση της ίδιας της ποίησης. Η ισοπαλία γίνεται λοιπόν ένα στοίχημα για τον ίδιο τον αναγνώστη της συλλογής του Στίγκα. Το αν θα καταφέρει το αποτέλεσμα της ισοπαλίας είναι μια υπόθεση που αφορά τη δική του ανάγνωση, τη δική του ποίηση και τελικά τις δικές του γενικότερες επιλογές. Γιατί το τραύμα δεν έχει να κάνει απλά με την ποίηση, έχει να κάνει πρωτίστως με την ίδια τη ζωή.



Δεν υπάρχουν σχόλια: