Πέμπτη, 12 Απριλίου 2012

Βούλα Δαμιανάκου







Οικογένεια





Το φορτηγό που μ' έφερνε απ' τη Θεσσαλία με κατέβασε σ' ένα μεγάλο χωριό έξω απ' την Αθήνα. Από κει έπρεπε να βρω άλλο μέσο για να συνεχίσω το ταξίδι μου. Ηταν φθινόπωρο του σαραντατέσσερα, η μαύρη κατοχή είχε πάρει τέλος, ο εχτρός είχε διωχτεί απ' την Ελλάδα. Το χωριό είχε όψη πανηγυριώτικη, ήταν γεμάτο αντάρτες και λαό, που ανάσαινε περπατώντας στους δρόμους, σαν να 'χανε όλοι μόλις βγει από φυλακή.
Ημουν κατάκοπη απ' το πολύ κουραστικό ταξίδι και μισοάρρωστη απ' τις ταλαιπωρίες. Το μέρος μού ήταν ολότελα άγνωστο. Ποτέ δεν είχε πάει εκεί πριν, ούτε είχα ελπίδα να 'βρισκα κανέναν γνωστό. Στεκόμουν στην άκρη στον μεγάλο δρόμο, μπροστά μου είχα αφήσει τη μικρή βαλίτσα μου. Κοίταζα τον συννεφιασμένο ουρανό, που ολοένα σκοτείνιαζε. Πλησίαζε η νύχτα και συλλογιζόμουν πού να ζητούσα καταφύγιο.
Με πλησίασε ένας αντάρτης:
«Ερχόσαστε από μακριά;».
«Ναι, από πολύ μακριά, και δε γνωρίζω κανέναν εδώ...».
«Δε χρειάζεται να γνωρίσεις, έλα να σε πάω στη μάνα μου, να ξεκουραστείς».
Πήγα μαζί του μ' όλη την εμπιστοσύνη που 'χει ποτίσει τους ανθρώπους ο αγώνας της αντίστασης. Δεν περπατήσαμε πολύ και φτάσαμε σ' ένα χαμηλό σπιτάκι, πρόσχαρο, παστρικό και καλόδεχτο, με αυλή γεμάτη λουλούδια, αϊδημητριάτικα και γαζίες. Το σπιτάκι είχε χρώμα χωριάτικο, από κείνα που η όψη τους δείχνει το ίδιο φιλόξενη σαν του χωριάτη νοικοκύρη τους, που το 'χει κανόνα να μοιράζεται το ψωμί του με όποιον του στείλει ο Θεός.
«Ηρθες, γιε μου; Πέρασε μέσα, κόρη μου», μας καλοδέχτηκε με χαϊδευτική, στοργική φωνή μια ηλικιωμένη μαυροφόρα, σκουπίζοντας βιαστικά με μαντίλι με γύρω πένθος τα μάτια της, που φαίνονταν κοκκινισμένα και υγρά από τα κλάματα.
Μπήκαμε σ' ένα ευρύχωρο δωμάτιο με τραπέζι στη μέση. Επάνω σε άσπρο τραπεζομάντιλο ήταν ένας μεγάλος δίσκος με κόλλυβα, ομορφοστολισμένος και πλάι του μια μαύρη κορδέλα, φανερό πως το πένθος ήταν βαρύ και νωπό στο σπίτι. Ομως το γλυκό πρόσωπο της γυναίκας έδειχνε τόσο πρόθυμο, που δεν άφησε την ιδέα την πένθιμη να μου πλακώσει την καρδιά.
«Εμένα με συχωρείς, έχω υπηρεσία», είπε ο στρατιώτης και γυρίζοντας στη νοικοκυρά είπε, αγκαλιάζοντάς τη:
«Δε θ' αργήσω, μάνα, κοίτα να περιποιηθείς την ξένη μας».
Η μάνα τον πήγε ως την πόρτα και στάθη εκεί παρακολουθώντας τον με το μάτι. Κοίταζα ένα κάδρο με τέσσερες φωτογραφίες, τις δύο από πάνω από τις δύο από κάτω. Το κάδρο είχε επίσης το σημάδι του πένθους, έναν μαύρο φιόγκο.
Κατάλαβα πως τα πρόσωπα σ' αυτό το κάδρο ήταν η αιτία του πένθους. Από κει που καθόμουν τα 'βλεπα καθαρά: Η πρώτη φωτογραφία ήταν ένας νέος άντρας με μουστάκι και χωρίστρα στο πλάι και στολή υπαξιωματικού. Τα τρία σιρίτια στο μανίκι έδειχναν πως θα ήταν επιλοχίας. Η άλλη, κι αυτή με στολή, ένας νεαρός υπολοχαγός, που 'μοιαζε στο πρόσωπο με τον επιλοχία. Η πρώτη από κάτω έδειχνε ένα αγόρι, έφηβον, με ανοιχτό πουκάμισο και μαθητικό πηλήκιο. Η τέταρτη ήταν μια κόρη με σγουρά κοντοκομμένα μαλλιά, που 'μοιαζε πολύ στη μορφή με τη νοικοκυρά του σπιτιού.
Στο μεταξύ αυτή είχε ξαναμπεί, είδε μ' ευγνωμοσύνη τη ματιά μου σταματημένη πάνω στο κάδρο, ήρθε κι έκατσε κοντά μου στον καναπέ, μου 'πιασε με το χέρι της και δείχνοντάς μου τις φωτογραφίες, μου είπε αφού αναστέναξε βαθιά:
«Αυτός από πάνω είναι ο άντρας μου και πλάι του ο πρώτος μου γιος, ο Σταύρος. Ο μικρός είναι ο Λευτέρης μου και το κορίτσι η Μάρω μου. Μα ρώτησέ με» - είπε η γυναίκα σφίγγοντάς μου το χέρι, ενώ τα μάτια της πλημμύρισαν χοντρά δάκρυα - «πού είναι τοι τώρα;. Να, για όλους βράζω κόλλυβα» - συνέχισε σκουπίζοντας τα μάτια της και προσπαθώντας να χαμογελάσει. «Ε, δεν είχα κι άλλους», αναστέναξε.
Είδε το ερωτηματικό μου βλέμμα και συνέχισε εξηγώντας μου: «Τούτο το παλικάρι, που σ' έφερε; Τούτος δεν είναι γιος μου. Που με λέει μάνα; Μάνα του είμαι και γιος μου είναι, χωρίς να τον έχω γεννήσει. Τούτος είναι τώρα για μένα κι ο κόσμος όλος».
Την εκοίταζα, αυτή συνέχισε κόβοντας τα λόγια της μ' αναστεναγμούς και σφουγγίζοντας τα δάκρυα.
«Είναι και τούτος πεντάρφανος. Οταν γύρισε απ' τους πολέμους δε βρήκε κανέναν από τους δικούς του ζωντανόν. Είναι βλέπεις πολλοί οι νεκροί, κόρη μου, είναι πολλοί οι σκοτωμένοι και μερικοί βρεθήκανε στη μέση στο ποτάμι και τους πήρε όλους. Ο άντρας μου, εκείνος εκεί ο λεβέντης ο μουστακαλής, χάθηκε στον πρώτο πόλεμο, στην έρημη τη Μικρασία. Ο Σταύρος μου, αξιωματικός, στην Αλβανία, "έπεσε μαχόμενος ηρωικά" μου γράψανε όταν μου στείλανε τα χαμπέρια του. Τούτο το αγόρι, ο Λευτέρης μου, μ' όσα κι αν του 'κανα, δε με άκουσε, έφυγε για να φέρει τη λευτεριά. Τώρα κοντά σκοτώθηκε στα Γρεβενά, κυνηγώντας τους Γερμανούς που φεύγανε. Το κορίτσι πέθανε το σαρανταδυό, από την πείνα. Ολα τα 'δωσα, βραχιόλια από χρυσάφι ατόφιο, καλοδουλεμένο, μου τα πήραν οι μαυραγορίτες, μόλις πλήρωσα δυο μερών φαΐ στο νοσοκομείο με δαύτα, μα γλήγορα μου σώθηκαν όλα κι έτσι σώθηκαν κι οι μέρες της Μάρως μου.»
Κάτι ήθελα να της έλεγα, μα δεν έβρισκα λόγια. Αυτή συνέχισε: «Τούτος, τούτος που σ' έφερε δω, τούτος μου 'φερε τη μαύρην είδηση. Πολέμαγαν μαζί, στα χέρια του ξεψύχησε και ξεψυχώντας του 'πε τη σύσταση να 'ρθει να με βρει. Κι ήρθε ο έρμος ο πεντάρφανος και μ' ήβρε την πεντάρφανη, εδώ στο χωριό, στον μεγάλο το δρόμο, όπου είχα βγει και ρώταγα όλους που περνούσαν. Σήκωνα τα χέρια μου και ρώταγα φωναχτά, είχα βραχνιάξει απ' τις φωνές: "Τον Ελευθερίου, τον Λευτέρη, μην τον είδατε";».
Εκλαιγε, την περίμενα να συνεχίσει.
«Και πέφτει στην αγκαλιά μου ετούτος. "Εγώ θα σου πω", μου λέει, "έλα κοντά μου, έρχομαι από το Λευτέρη..." Ηρθαμε αγκαλιασμένοι στο σπίτι, έκατσε δω που κάθεσαι τώρα κι έκλαιγε σα μωρό και δεν ήξερε πώς ν' αρχίσει. Εγώ είχα καταλάβει. Δερνόμουνα και χτυπιόμουνα και φώναζα όλους τους σκοτωμένους και μάλωνα τον Λευτέρη που δε μ' άκουσε παρά πήγε θεληματικά στον πόλεμο, και τούτος, που είναι γιος μου τώρα, φώναζε κι αυτός τη μάνα του και τ' αδέλφια του, τόσο που κι εγώ μέσα απ' το σπαραγμό μου, μέσα απ' τα δάκρυά μου, τον άκουσα και τον κοίταξα κι είδα και τον δικό του τον πόνο, που ως τότε δεν τον είχα προσέξει. Τότε άρχισε να μου λέει κλαίγοντας πως τα 'ξερε όλα από τον Λευτέρη. "Το ξέρω", μου είπε, "πως είσαι μια έρημη, μαύρη μάνα και δεν έχεις πού να σηκώσεις τα μάτια σου και ποιον να ιδείς. Το ίδιο κι εγώ, μανούλα μου, δεν έχω πού να πάω και πού να σταθώ, δεν έχω κανέναν, ούτε δικούς, ούτε σπίτι, ούτε καν τάφο, να πάω να κλάψω, όλους κι όλα τ' αφάνισαν οι μπόμπες στον Πειραιά. "Αυτά μου 'λεγε και σηκώθηκε να φύγει και κοντοστεκόταν, ώσπου μ' άφησε αποσβολωμένη και βγήκε απ' την πόρτα, κι ανανοήθηκα και το βλέπω πως μου 'φυγε κι αυτός και χύνομαι και τον προφταίνω στην αυλή και τον πιάνω απ' τα ρούχα του: "Πού πας, γιε μου", του λέω, "πού μ' αφήνεις και φεύγεις κι εσύ;" Και τον έφερα μέσα και τον έκανα γιο μου και μ' έκανε μάνα του».
Εσφούγγισε τα μάτια της και παρηγορημένη κάπως συνέχισε:
«Πόλεμος, κόρη μου, και πάλι πόλεμος και ξανά πόλεμος κι όλο πόλεμος, που να μην ήταν αυτή η λέξη. Πώς τους βαστάει η ζωή τόσους πολέμους; Να περιμένω τον άντρα μου με τους μήνες, να τον περιμένω με τα χρόνια. Πολλοί γύριζαν, εκείνος δε γύριζε, ώσπου μου 'ρθε το μήνυμα πως έμεινε στη Μικρασία. Σφαγμένος, βασανισμένος πήγε. Ε, το πήρα απόφαση, έσκυψα το κεφάλι στην τύχη μου και βάλθηκα να μεγαλώσω τα ορφανά».
Τα μουσκεμένα μάτια της με κοίταζαν καθώς μου 'λεγε την ιστορία της και τώρα στο πρόσωπό της έβλεπα την ανείπωτη θλίψη, το μαύρος πένθος, που 'χε περιτυλίξει το δίσκο με τα κόλλυβα, τις φωτογραφίες, το σπίτι και τον κόσμο. Αναστέναξε και συνέχισε:
«Τα μεγάλωσα τα ορφανά, τα 'καμα ανθρώπους κι απάνω που είπε να χαμογελάσει η καρδιά μου, να σου πάλι ο πόλεμος έρχεται και μου παίρνει το πρώτο μου παιδί, το στύλο του σπιτιού μου. Εσφιξα την καρδιά μου, έπλεκα κάλτσες και πάλευα με την πείνα, πάλευα με τους μαυραγορίτες, καρτερώντας καθημερινά και να το πάλι το μήνυμα το πικρό, το φαρμακωμένο, έφτασε, δεν το εμπόδισε κανείς, ήρθε και μ' ήβρε να μου ειπεί πως "ο υπολοχαγός ο Σταύρος Ελευθερίου έπεσε ηρωικά, εθυσιάσθη υπέρ πατρίδος". Γύριζαν οι στρατιώτες από το μέτωπο, εγώ δεν περίμενα κανέναν, ο δικός μου ο γιος φυλάει το Τομόρι...».
«Ε, μάνα, της είπα αγκαλιάζοντάς τη, να, η ζωή...»
«Το ξέρω, θέλεις να με παρηγορήσεις, παιδάκι μου, και συμπάθησέ με που τα θυμάμαι έτσι ζωντανά και σε φιλεύω με τον πόνο μου, μα είδα τη συμπόνια σου και τα θυμήθηκα όλα. Θυμήθηκα την κόρη μου, να, στην ηλικία σου θα ήταν τώρα, που την έθαψα μόνη μου σαν την Εύα... και στο τέλος ήρθε κι ο αγώνας στα βουνά και μ' άρπαξε και το στερνό μου τ' αποκούμπι και με άφησε σαν ξυλάρμενο καράβι, μεσοπέλαγα. Ηρθε καμιά φορά κι η λευτεριά κι έφερε σ' όλους τη χαρά, έφερε το τραγούδι και το φως και την ελπίδα και μόνο σε μένα την έρημη μάνα δεν έφερε τίποτα».
«Εμ πώς», της είπα, «σου 'φερε και σένα, δε σου 'φερε τούτον το γιο που 'χεις τώρα;».
«Ναι, ?καλά λες», μου απάντησε με βιάση, σαν μετανιωμένη για τον τόσο της θρήνο, «ας μην είμαι αχάριστη και γρουσουζεύω την τύχη μου... Ετσι βρεθήκαμε κι οι δυο μας, κόρη μου, εμείς οι παντέρημοι σμίξαμε την ορφάνια μας και την πίκρα μας και βρήκαμε παρηγοριά ο ένας στον άλλον. Τώρα βράζουμε κόλλυβα για τους νεκρούς μας κι εγώ δοξάζω το Θεό που μου τον έστειλε. Οταν έρχεται στο σπίτι, η πόρτα μου φωτίζεται το ίδιο, όπως και πριν με το Σταύρο, κι όταν φεύγει απ' το σπίτι, η έγνοια μου τον ακολουθεί και τρέμει η ψυχή μου το ίδιο, όπως και για τα παιδιά που γέννησα κι ανάθρεψα. Τώρα μου λέει πως θέλει να πάει στο Μοριά για κάτι χτήματα κι εγώ δεν τον αφήνω. Τι τα θέλουμε τα χτήματα; Εγώ δε θέλω χτήματα, εγώ θέλω το παιδί μου».
Με κοίταζε πολύ τρυφερά, καθώς μου κράταγε και τα δυο μου τα χέρια με τα χέρια της και ξαφνικά μου 'πε:
«Ξέρεις, κόρη μου, τι λέει ο νους μου έτσι που σε βλέπω; Δεν κάθεσαι κι εσύ εδώ μαζί μας; Τότε θα κάνουμε χαρά και μπορεί να φύγει το πένθος...».

Της Βούλας ΔΑΜΙΑΝΑΚΟΥ

Δεν υπάρχουν σχόλια: