Δευτέρα, 29 Οκτωβρίου 2012

Ο Ελάχιστος Εαυτός - Θανάσης Παπακωνσταντίνου


(φωτ. Μιχαλης Ταδε)

Ερώτηση κρίσεως 
Ρώτησα τον σκύλο μου τον Ρίβα άμα νοιώθει
Έλληνας, αυτόχθονας ή κάτι σχετικό
Εκείνος χασμουρήθηκε, επέστρεψε στον ύπνο
κι η ανάσα του ήταν όμορφη σαν κύμα στον γιαλό
Εο! Γαμώ το φασισμό

Γυρνώ στην άγρια ροδιά και τη ρωτώ τα ίδια
αν Ελληνίς αισθάνεται λουσμένη από το φως
"Πήρα τη σκυτάλη για ζωή, για θάνατο σκυτάλη"
μου απαντάει ο κόκκινος, στα κλώνια της, ανθός
Έο! Σαπίλα ο φασισμός






     (φωτ.απο την συναυλια στο Αβδου το καλοκαιρι)

San Michele
Δεν μ' αναγνωρίζετε γιατί έλειπα καιρό·
τα δάκρυά μου δε σας λένε κάτι.
Λοιπόν διηγηθείτε μου τι έγινε εδώ,
να βρω ξανά του νήματος την άκρη.

Πείτε μου εκείνες τις ιστορίες σας
που κάνουν τα καλάμια να λυγίζουν
στα όρια των χωραφιών κι -εν μέσω άπνοιας-
τα μέτωπα των αγροτών δροσίζουν.
Πείτε μου εκείνες τις ιστορίες σας.

Φωτογραφίες δείξ'τε μου αυτών που Κυριακή
γεννήθηκαν κι εκείνων που 'χουν πέσει
από τη βάρκα λίγο πριν φτάσει στην ακτή
γιατί η ζωή τους πια δεν τους αρέσει.

Τα τραγούδια πείτε μου που λέτε την αυγή
σα σβήνουνε τα φώτα στην πλατεία,
καθώς και τ' απογεύματα, μετά την προσευχή
και πριν να ξεκινήσει η αλητεία.
Τα τραγούδια πείτε μου που λέτε την αυγή.

Αν συνεχίζουν, πείτε μου, κοιτώντας τη φωτιά,
οι άνθρωποι να κάθονται στις φτέρνες
και αν οι ομορφότερες γυναίκες, στα κρυφά,
κάτω από τη γλώσσα εκτρέφουν σμέρνες.

Πείτε μου ακόμα αν έρχεται στην άκρη του χωριού
ο λύκος του θανάτου τους χειμώνες,
που, σαν κουνούσε την ουρά, το γάλα έπηζε
στα τρομαγμένα στήθη απ' τις λεχώνες.
Πείτε μου ακόμα αν έρχεται στην άκρη του χωριού.

Πείτε μου μη βρέθηκε κι η σκάφη που, παλιά,
λουζόμουνα με ήλιο και με χιόνι
ή τα μαλιά που φύλαξε απ' την πρώτη μου κουρά
η μάνα, που ακόμα ρούχα απλώνει.

Το πτυελοδοχείο του Μπακούνιν το χυτό
συντρόφια μήπως βρέθηκε και κείνο,
να φτύσω μέσα με οργή, που οι νέες εποχές
με κάνουνε να μοιάζω με κρετίνο.
Δεν μ' αναγνωρίζετε γιατί έλειπα καιρό.



Ανταρκτική

Τ' άστρα το ρίξαν στα ζάρια
γι' αυτό ακούς βρισιές στον ύπνο τα βράδια
Ο πόνος είναι εδώ
για να σου πει δεν είσαι τίποτα ξεχωριστό

Τ' άστρα το ρίξαν στα ζάρια
γι' αυτό ακούς βρισιές στον ύπνο τα βράδια
Ο πόνος είναι εδώ
για να μου πει δεν είσαι τίποτα ξεχωριστό

Ίσως la vita è bella
μπορεί να είναι γλυκιά
μα υπάρχουν ώρες
που πέφτει μια καταχνιά

Τα παγωμένα σου μάτια
όταν βλέπει η ανταρκτική χλωμιάζει
Δε θα μπορέσει κανένας
να σε βάλει στο παιχνίδι ξανά

Τα παγωμένα σου μάτια
όταν βλέπει η ανταρκτική χλωμιάζει
Δε θα μπορέσει κανένας
να με βάλει στο παιχνίδι ξανά

Ίσως la vita è bella
μπορεί να είναι γλυκιά
μα υπάρχουν ώρες
που πέφτει μια καταχνιά





Σαν παιδί
Ξανά στην αγκάλη σου, ξανά, σα μικρό παιδί
γυναίκα αμάραντη, ξανά, σα μικρό παιδί

Ποτέ δε σε ξέχασα, ποτέ, σα μικρό παιδί
θολό φεγγαρόφωτο, ποτέ, σα μικρό παιδί

Σελήνη δως μου την άλλη σου πλευρά
Η ανάσα είναι σαν πριόνι
Κόβει το χρόνο και σκορπά
στην άχραντη σιγή
φωτιά και χιόνι

Μακριά σου χανόμουνα συχνά, σα μικρό παιδί
παλίρροια γόνιμη, συχνά, σα μικρό παιδί

Αρχαίο κύμα, αρχαία προσμονή
Η ανάσα είναι σαν πριόνι
Κόβει το χρόνο και σκορπά
στην άχραντη σιγή
φωτιά και χιόνι

Ζητώ την αγάπη σου, ξανά, σα μικρό παιδί
γαζέλα ανάλαφρη, ξανά, σα μικρό παιδί

Παραδομένος κι απόλυτος μαζί
Η ανάσα είναι σαν πριόνι
Κόβει το χρόνο και σκορπά
στην άχραντη σιγή
φωτιά και χιόνι








Του έρωτα και του θανάτου    
Στης πικροδάφνης τον ανθό και στης ιτιάς το δάκρυ
που στάζει όλο παράπονο στης ποταμιάς την άκρη
στου κόρφου σου τα βότανα και στην ποδιά σου πάνω
έγειρα να αποκοιμηθώ, τον πυρετό να γιάνω

Έκλεισα τα ματάκια μου κι είδα όνειρο μεγάλο
πως σε μια αυλή, για χάρη σου, πάλευα με το χάρο
Και φώναξες σαν σ' άρπαξε και μ' είδες να σαστίζω:
"μη με φοβάσαι αγάπη μου λιβάνι κι αν μυρίζω,
μόνο σκουλήκι να γενείς, να 'ρθεις να μ' ανταμώσεις
κρυφά στο σώμα μου να μπεις, γλυκό φιλί να δώσεις
Ένα φιλί αλλιώτικο που ανάσα δε θα φέρνει
μα μες στης γης τις μυρωδιές τα κάλλη μου θα σπέρνει"

Σκουλήκι γίνηκα κι εγώ κι ήρθα να σ' ανταμώσω,
κρυφά στο σώμα σου να μπω, γλυκά φιλιά να δώσω
Στο έμπα χίλια σου 'δωκα, στο έβγα δυο χιλιάδες,
γλυκά να λιώσεις, να χυθείς, σαν τις χλωμές λαμπάδες

Κι εκεί στης γης τις μυρωδιές, στην παιχνιδιάρα σήψη
ο Έρωτας τον Θάνατο μπόρεσε να νικήσει
Απ' τα φιλιά που χάρισα στα κάλλη του κορμιού σου
λουλούδι φύτρωσε μικρό που πίνει απ' τους χυμούς σου
Λουλούδι που κι αν μαραθεί τη μυρωδιά δε χάνει
γιατί δακρύζει σαν ιτιά κι ανθεί σαν πικροδάφνη




Δεν υπάρχουν σχόλια: