Τετάρτη, 21 Νοεμβρίου 2012

To κάλεσμα

(φωτ.Αριαδνη)

Με τους συμπότες ήμουνα και γιόρταζα τη μέρα,
Μα ξαφνικά ένας δυνατός με πήρε απ' την καρέκλα.
Μ' έδειρε, με στροβίλισε σαν να 'μουν σκουπιδάκι.
Στους καταρράκτες τ' ουρανού ξαναβαπτίστηκα.

Η πόλη που μεγάλωσα μου στέλνε τα φιλιά της.
Μόνο η καλή μου έλειπα γιατί έμπλεξε τις ζίγρες στα μαλλιά της.
Χάλκινα απ' τη Γουμένισσα κι απ' το Γιδά ζουρνάδες,
κι απ' την Αγιάσσο γέροντες χορεύαν σιωπηλά.

Κοντά μου κι ο προφήτης μου, της γειτονιάς μαγκάκι,
κρατούσε αλφαβητάριο κι είχε στο χέρι Μάρτη.
Άνοιξε το βιβλίο του στην πρώτη τη σελίδα.
Ξεπήδησαν τα γράμματα και γίνηκαν πουλιά

Κι ο Ιωσήφ που πέρναγε --μοιραία ή κατά τύχη-
από τα' αυτί του τράβηξε και μου 'δωσε του μαραγκού μολύβι.
«Πάρε και γράψε, αγόρι μου με το καλό σου χέρι
ό, τι η ψυχή σου λαχταρά στο άδειο το χαρτί».

Στον Ιορδάνη ήμουνα --η μήπως στο Ασμάκι;-
κι έγραψα με τ' αριστερό --άδεια ζωή- ήρεμα και μ' αγάπη:
«Αχ, να 'μουνα καλύτερος, αχ, να μην ήμουν ψεύτης
και το μεγάλο κάλεσμα να μην φοβούμουνα».




Δεν υπάρχουν σχόλια: