Παρασκευή, 4 Ιανουαρίου 2013

Symphonie Fantastique - Hector Berlioz




Κλείνει πίσω του την πόρτα. Το σπίτι ήσυχο, σιωπηλό, άδειο όχι, δεν είναι. Το φως του απομεσήμερου σχηματίζει γραμμές στον τοίχο πίσω απʼ τα κλειστά παντζούρια. Τα ανοίγει και αφήνει το βλέμμα του να χαθεί για λίγο στα χρώματα της μοναχικής πασχαλιάς, στον κήπο που μάταια προσπαθεί να αντισταθεί στην αδιαφορία του.
Απλώνει το χέρι και χαϊδεύει τους δίσκους του. 20 χρόνια και, μια ζωή κρυμμένα καλά μέσα σʼ αυτούς. Στιγμές, σκέψεις, όνειρα, επιθυμίες. Όλα εκεί. Τους χαϊδεύει, τους αγγίζει, αφήνει το μυαλό να περιπλανηθεί στην ψυχή, μέχρι να διακρίνει τι θέλει νʼ ακούσει…..


Η «Φανταστική Συμφωνία» είναι το έργο αυτό με το οποίο το όνομα του Hector Berlioz είναι άρρηκτα συνδεδεμένο. Γραμμένη στα 1829-1830, η “La Symphonie Fantastique– Episode de la vie dʼ un artiste”, παρουσιάστηκε πρώτη φορά στο κοινό στα 1830 υπό την διεύθυνση του φίλου του συνθέτη, Francois Habeneck. Αναθεωρήθηκε όμως αρκετές φορές από τον συνθέτη του στα επόμενα χρόνια για να φτάσει στην - αρκετά διαφορετική από την αρχική - τελική της μορφή κάπου στα 1845.
Το έργο είναι εμπνευσμένο από τον έρωτα του 24χρονου τότε Berliozγια την Ιρλανδή ηθοποιό Henrietta Smithson. Την είδε να παίζει την Ophelia όταν ο θίασός της ανέβασε στο Παρίσι Άμλετ. Κι εδώ, ξεκινά το δικό του ταξίδι, η δική του περιπέτεια.

1.Reveries - Passions
2.Un Bal
3.Scene aux Champs
4.Marche au Supplice
5.Songe dʼ une nuit du Sabbat

Πρόθεση του Μπερλιόζ ήταν να αναπαραστήσει σκηνές από την ζωή ενός νέου και ευαίσθητου καλλιτέχνη, εν προκειμένω του εαυτού του, μέσα από οράματα τα οποία επανέρχονται και στις πέντε πράξεις του έργου, σαν τις μορφές αγαπημένων προσώπων, είναι αυτή η idee fixe που εμφανίζεται εδώ, αναζητώντας, αφού δεν υπάρχουν λέξεις, την έκφραση των συναισθημάτων μέσα από την μουσική, τη ροή του πάθους και του δράματος μέσα από νότες.

Part I. Reveries – Passions
Largo – Allegro agitato ed appassionato assai

Ένας νεαρός μουσικός υποφέροντας από το πάθος, βλέπει μια γυναίκα που συνδυάζει όλα όσα γι αυτόν ορίζουν την τέλεια γυναίκα και την ερωτεύεται παράφορα. Η εικόνα της επιστρέφει κάθε φορά στο μυαλό του σαν ένα μουσικό θέμα, γεμάτο από το πάθος που νιώθει γι αυτήν περιβεβλημένο με όλη την ευγένεια και το σεβασμό που οφείλει στο αντικείμενο του πόθου του. Εδώ, είναι όλα…η μετάβαση από την απόλυτη χαρά στη δυσβάσταχτη θλίψη, η μελαγχολία και το πάθος, η ζήλεια, ο πόθος, ο φόβος της απόρριψης, η ευτυχία, η λατρεία γι Αυτή.

Πόσες φορές κυνήγησε το ανολοκλήρωτο; Πόσες φορές τον κυνήγησε αυτό; Εικόνες, όχι, είπαμε όχι εικόνες, μνήμες, στιγμές, η αίσθηση της απόλυτης τελειότητας, την πλησιάζει, θέλει να την αγγίξει, μα δεν θέλει να κάνει τίποτα απʼ όλα αυτά. Μόνο να την κοιτάζει θέλει , να την θαυμάζει, το δέρμα της λευκό, διάφανο, εύθραυστη σαν κινέζικη πορσελάνη, δεν είναι ότι δεν τολμά, δεν τόλμησε, δεν θέλει να αλλάξει αυτήν την κατάσταση. Μόνο να είναι εκεί θέλει, να την κοιτάζει, να την λατρεύει, νʼ αποφεύγει το βλέμμα της γιατί φοβάται μη χαθεί μέσα του…..



Part II. Un Bal
Προσπαθεί μάταια να ξεφύγει από το πάθος του κι απ την εμμονή του.


Part III. Scene aux Champs

Μόνος, στη φύση, σʼ ένα μελαγχολικό ποιμενικό σκηνικό μιας ζεστής καλοκαιρινής νύχτας, είναι η ώρα του απολογισμού, η απογύμνωση της ψυχής, ο ήχος του ανέμου μέσα απʼ τα φύλα των δένδρων, η γαλήνη του τοπίου αρκούν για να του δώσουν μια αίσθηση αισιοδοξίας, ελπίδας, που όμως τόσο εύκολα πάλι εδώ, στο adagioκατακρημνίζεται απʼ τους φόβους και τις αμφιβολίες της απόρριψης, και τα κακά προαισθήματα που τον καταλαμβάνουν.


PartIV. Marche au Supplice

Σίγουρος για την απόρριψη των αισθημάτων του δηλητηριάζεται με όπιο. Δόση τέτοια που αντί να τον οδηγήσει στο θάνατο, τον οδηγεί σε μια σειρά από οράματα, παράξενα, στοιχειωμένα, βλέπει να σκοτώνει την αγαπημένη του, να οδηγείται στο ικρίωμα, και τέλος, παρακολουθεί το θάνατό του. 


Σκέφτεται τα χρόνια που πέρασαν. Χρόνια που ο ίδιος άφησε να κυλήσουν και να φύγουν από πάνω του σα νερό σε τρύπιο κανάτι….τʼ αφιέρωσε αλλού. Δική του απόφαση. Χρωστάς σε κάποιους την ύπαρξή σου, δεν στη χρωστάνε. Και πρέπει να είσαι εκεί. Βαρύ το τίμημα. Ίσως, για κάποιους. Γιʼ αυτόν, όχι. Συνήθισε πιά αυτήν την πάλη με τον εαυτό του. Τα θέλω του. Χαλιναγώγησε τα πάθη του. Τις περισσότερες φορές. Κανείς δεν του είχε πει ότι αυτή, είναι ένα βραβείο, ένα κύπελλο, μα ταυτόχρονα κι ένα βέλος, κι αυτός, ένα όργανο γλυκύτατης εξουσίας που σαΐτευε τον ουρανό, με το μόνο σταθερό σημείο που είχε ποτέ το Σύμπαν με το σημείο που ο ίδιος του χάριζε ύπαρξη με την ανάσα του για εκείνη μόνο τη στιγμή… 




Part V. Songe dʼ une nuit du Sabbat

Μάγοι, ξωτικά, απόκοσμοι ήχοι κι ανατριχιαστικές κραυγές στη νύχτα της κηδείας του..το όραμα είναι πάλι εδώ, μόνο που πιά, είναι λιγότερο τρυφερό, λιγότερο αισθαντικό, λίγο πρόστυχο, είναι εδώ που ηχούν πένθιμα οι καμπάνες, εδώ, που ο χορός της, που ήταν μόνο για τα δικά του μάτια μετατρέπεται σʼ ένα διαβολικό όργιο

Στιγμές σαν κι αυτή, κλείνει τα μάτια κι αφήνεται στη μουσική…κάνει έναν απολογισμό. Πόνος; Θλίψη; Όχι, δεν είναι αυτά που μένουν στο τέλος. Μέσα στον διαρκή αγώνα της καθημερινότητας, στην πάλη για την επιβίωση σʼ ένα κόσμο που γίνεται όλο και πιο εχθρικός, σε φιλίες που χάνονται, μόνο η εικόνα της, μόνο το ταξίδι στις στιγμές μαζί της, είναι αρκετό να ξυπνήσει τις αισθήσεις μέσα του, να θέσει την ψυχή του σε εγρήγορση, να λάμψουν μπροστά του όλα τα χρώματα του ουράνιου τόξου. Τι κι αν μένει στο βάθος μια αίσθηση λίγο μελαγχολική; Μια μαρμαρυγή φωτός πάνω σε σφαίρα, που λέει ότι στην Ύπαρξη ουδέν ρει; Αυτή, ήταν εκεί, υπήρξε, τον κοίταξε στα μάτια, του χάϊδεψε τα μαλλιά, στο βλέμμα της τα έλεγε όλα….Κι αν την άφησε να φύγει, κι αν δεν ταξίδεψε μακριά να την ξαναβρεί, πάντα, να, σαν τώρα, σαν της καμπάνες που ηχούν στο Πέμπτο μέρος, ένα άγριο κύμα τον παρασύρει, σαν νʼακούει τον ψίθυρο της φωνής της στʼ αυτιά του. Γιατί, τι σημασία έχει να φτάσει στο τέλος του ταξιδιού; Σημασία έχει ότι ταξίδεψε μέσα της. Στην ψυχή της.

Στην Α. που μου τον γνωρισε.


Last edited by Κάλλη Συνοδινού

Δεν υπάρχουν σχόλια: